Με χιλιάδες κενά παραμένουν τα σχολεία της χώρας, αν και έχουμε φτάσει αισίως στον Φεβρουάριο. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Παιδείας, στην Πρωτοβάθμια οι κενές θέσεις αριθμούνται σε 2.588, με τις 973 στη γενική εκπαίδευση και τις 1.615 στην Ειδική Αγωγή. Αυτές τις ημέρες, το υπουργείο -σύμφωνα με πληροφορίες- δρομολογεί 200 θέσεις αναπληρωτών ύστερα από έγκριση σχετικών πιστώσεων από τον κρατικό προϋπολογισμό, χωρίς ωστόσο να δίνεται λύση στο ανοιχτό θέμα των προσλήψεων, το οποίο και αναμένεται να τεθεί με έμφαση από τις εκπαιδευτικές ομοσπονδίες στις συναντήσεις τους με την ηγεσία του υπουργείου, την ερχόμενη εβδομάδα.
Η διασφάλιση μόνιμων διορισμών αποτελεί αίτημα προτεραιότητας, τόσο για τους εκπαιδευτικούς που το διεκδικούν επίμονα όσο και για τη νέα κυβέρνηση που το έχει αναγνωρίσει, αλλά και προαναγγείλει προεκλογικά. Μένει να φανεί τι περιθώρια υπάρχουν για το πλήθος, αλλά και το χρονοδιάγραμμα διασφάλισης τέτοιων διορισμών. Θυμίζουμε ότι ο προηγούμενος υπουργός έλεγε πως η λύση των πιστώσεων δεν θα ισχύει για την επόμενη χρονιά. Ο αναπληρωτής υπουργός, Τάσος Κουράκης, στις προγραμματικές του δηλώσεις τόνισε: «Διερευνούμε τις αναγκαίες προϋποθέσεις, για να υλοποιήσουμε τη μείωση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα, στο μέτρο βέβαια των δυνατοτήτων κάλυψης των θέσεων εκπαιδευτικού δυναμικού με μόνιμες θέσεις».
Τα υπομνήματα και των δύο ομοσπονδιών (ΔΟΕ, ΟΛΜΕ) έχουν υποβληθεί στη νέα ηγεσία του υπουργείου Παιδείας, περιλαμβάνοντας πολλά άλλα θέματα, όπως αξιολόγηση, πειθαρχικό κ.ά. Οι εκπρόσωποι της ΔΟΕ πάντως δεν θα παραλείψουν να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους στον Αριστείδη Μπαλτά για όσα είπε από του βήματος της Βουλής για το δημόσιο σχολείο, που στην εποχή του ήταν το καλό σχολείο, ενώ σήμερα «καλά σχολεία είναι τα ιδιωτικά».
Καταλογίζοντάς του «άστοχες και επικίνδυνες διαπιστώσεις», η ΔΟΕ έσπευσε να ανακοινώσει ότι «θα πρέπει ο νέος υπουργός Παιδείας να συνειδητοποιήσει ότι το δημόσιο σχολείο, παρά την εγκατάλειψή του από την πολιτεία, δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα την ιδιωτική εκπαίδευση, και αυτό χάρη στο φιλότιμο και την υψηλή αίσθηση καθήκοντος που επιδεικνύουν καθημερινά οι εκπαιδευτικοί της δημόσιας εκπαίδευσης».
