Ανοιχτή επιστολή διαμαρτυρίας με πολλούς παραλήπτες, από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, την Αστυνομία και τον Δήμαρχο Αθηναίων έως τους υπουργούς Δικαιοσύνης και Παιδείας, στέλνουν οι καθηγητές της Νομικής Σχολής για τη «συνέχιση της βαριάς παρανομίας στο κτίριο και τον περιβάλλοντα χώρο της Νομικής Σχολής δίπλα στο Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων».
Προειδοποιώντας πως «εάν δεν ληφθούν μέτρα ΤΩΡΑ και δεν αντιμετωπισθεί το φαινόμενο από την Πολιτεία, θα υποχρεωθούμε να προστατεύσουμε την ασφάλεια και την υγεία των φοιτητών μας και να περιφρουρήσουμε το κύρος της Σχολής μας, λαμβάνοντας
κάθε μέτρο, ακόμη και επώδυνο αν χρειαστεί» οι καθηγητές απευθύνουν ύστατη έκκληση «προς τις αρμόδιες αρχές» εννοώντας, προφανώς, όλους τους φορείς που απαριθμούν στην κοινοποίηση της επιστολής.
Όπως τονίζουν άλλωστε, πέραν της μηνυτήριας αναφοράς προς τις αρμόδιες εισαγγελικές αρχές από το 2012, «έχουμε προσφύγει με κάθε μέσο σε όλες τις αρμόδιες αρχές και ενδιαφερόμενους φορείς (…). Η ανταπόκριση ήταν μηδαμινή όπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσει οποιοσδήποτε διερχόμενος».
Καθημερινά –συνεχίζουν- «τελούνται στον χώρο αυτό αξιόποινες πράξεις (διακίνηση και χρήση ναρκωτικών ουσιών, απειλές, σωματικές βλάβες και εξυβρίσεις), κάποιες εκ των οποίων έχουν κακουργηματικό χαρακτήρα». Ακόμα, οι καθηγητές της Σχολής αφού μιλούν για «διαστροφή της έννοιας του ασύλου, το οποίο δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για την παράνομη συγκάλυψη κακουργηματικών πράξεων» διαμαρτύρονται «για την απραξία της Πολιτείας η οποία ανέχεται αυτή την Κατάσταση» και για «τη χείριστη παιδαγωγική του φαινομένου, την παιδαγωγική της ανοχής της παρανομίας».
