Σημαντικές ανακατατάξεις στο συνδικαλιστικό σώμα των πανεπιστημιακών και κυρίως ρήγματα στις δυνάμεις της Αριστεράς ανέδειξαν τα αποτελέσματα των εκλογών στην ΠΟΣΔΕΠ, το κορυφαίο συνδικαλιστικό όργανο του κλάδου.
Η πολυδιάσπαση της «Συνάντησης Πανεπιστημιακών Δασκάλων», του μεγάλου, δηλαδή, αριστερού μετώπου που συγκροτήθηκε στις προηγούμενες εκλογές, το 2015, οδήγησε στην απώλεια της πρώτης θέσης που κατείχε από το προηγούμενο συνέδριο και φυσικά στην ισχυροποίηση των δυνάμεων που αναφέρονται κυρίως στη Ν.Δ.
Είναι καθαρή η επικράτηση της «Συνεργασίας Πανεπιστημιακών» με 60 συνέδρους (35,93%) έναντι όλων των υπόλοιπων παρατάξεων, ενώ στις εκλογές του 2015 είχε μοιραστεί την πρωτιά με τη «Συνάντηση» (είχαν ισοψηφήσει).
Δεν πρόκειται για αιφνιδιαστική εξέλιξη καθώς οι αποχωρήσεις είχαν από καιρό ξεκινήσει με πρώτο το «Δίκτυο για το Πανεπιστημιακό Κίνημα» που κατήγγειλε απερίφραστα την «πολιτική απονεύρωση ή/και την ανοιχτή ή συγκαλυμμένη φιλοκυβερνητική στάση αριστερών συλλογικοτήτων στα Πανεπιστήμια που ακολούθησε τη μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ», ανακοινώνοντας, ταυτόχρονα, ότι δεν θα συμμετάσχει στις φετινές εκλογές της ΠΟΣΔΕΠ.
Η συνέχεια, ωστόσο, αποτελεί ένδειξη αλλά και αντανάκλαση των εξελίξεων στην κεντρική πολιτική σκηνή και ειδικότερα στον χώρο της Αριστεράς μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης από τον ΣΥΡΙΖΑ.
Οι εσωτερικές διαφωνίες και ζυμώσεις που ακολούθησαν την πρώτη διάσπαση -ειδικά εν όψει του συνεδρίου που πραγματοποιήθηκε το προηγούμενο Σαββατοκύριακο- οδήγησαν στην αποχώρηση και της «Συσπείρωσης» που αναφέρεται ευθέως στον ΣΥΡΙΖΑ, η οποία κατέβηκε αυτόνομη για να πλασαριστεί τελικά στην τρίτη θέση μετά την ΚΙΠΑΝ (ΠΑΣΟΚ).
Αλλες ανεξάρτητες αριστερές δυνάμεις που επίσης συμμετείχαν στη «Συνάντηση», εκ του αποτελέσματος, κρίνεται ότι ακολούθησαν την επιλογή της απομάκρυνσης.
Σύμφωνα με τα τελικά αποτελέσματα, πρώτη δύναμη αναδείχθηκε η «Συνάντηση Πανεπιστημιακών» (60 έναντι 66 το 2015), δεύτερη η ΚΙΠΑΝ (38 όπως και στις προηγούμενες εκλογές), τρίτη η «Συσπείρωση» (18 ενώ δεν είχε κατέβει αυτόνομα το 2015), τέταρτη η ΔΗΠΑΚ (ΚΚΕ, που διατήρησε τους 14 συνέδρους), πέμπτη η «Συνάντηση Πανεπιστημιακών Δασκάλων» (που κατρακύλησε στους 11 από τους 66) και ακολουθούν οι «Ενωτική Πρωτοβουλία», ΑΡΜΕ, «Πρωτοβουλία Γιατρών», Α.ΔΙ.ΚΙ.Α.
Πολλές από τις φωνές κριτικής «χρεώνουν» στο «Δίκτυο» το μεγαλύτερο μέρος της απώλειας, το οποίο σημειωτέον αποτελεί το δυναμικότερο σώμα συνδικαλιστικής δράσης στα Πανεπιστήμια.
Ωστόσο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που παραπέμπουν και στη διαρκώς μειούμενη συμμετοχή των πανεπιστημιακών όχι μόνο στις εκλογικές διαδικασίες αλλά και στις δράσεις είτε διαμαρτυρίας είτε παρέμβασης.
Αυτό, προφανώς, αποτελεί το δεύτερο σημαντικό συμπέρασμα των φετινών εκλογών το οποίο αντικατοπτρίζει τη γενικότερη στάση αδράνειας στις περισσότερες κοινωνικές ομάδες σήμερα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι όχι μόνο στα ανά διετία συνέδρια αλλά και στους συλλόγους πλέον, η συμμετοχή στις διαδικασίες (της όποιας) κινητοποίησης των μελών ΔΕΠ μειώνεται διαρκώς.
Αν λοιπόν, η διάλυση του μετώπου του 2015 –που συγκροτήθηκε για να παρέμβει στις εξελίξεις που επιφυλάσσονταν πρωτίστως για τα Πανεπιστήμια– αντανακλά σχεδόν με ακρίβεια τις εξελίξεις στον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς, τότε η αποχωρητική ή συγκαταβατική στάση ενός κρίσιμου σώματος της κοινωνίας, όπως είναι οι πανεπιστημιακοί, δημιουργεί ακόμη περισσότερες ανησυχίες εν γένει για τα κοινωνικά ανακλαστικά.
Κατά τ’ άλλα, στο συνέδριο της ΠΟΣΔΕΠ, ο γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας, Γιάννης Παντής, αναφερόμενος στις προωθούμενες ρυθμίσεις για τα ανώτατα ιδρύματα επισήμανε πως μέχρι τον Μάιο θα πρέπει να είναι έτοιμος ο νόμος για τα μεταπτυχιακά και το νέο σύστημα εκλογής διοικήσεων των ΑΕΙ, δεδομένου ότι πρέπει μέχρι τότε να γίνουν οι εκλογές σε δύο Πανεπιστήμια και περίπου στα μισά ΤΕΙ.
Θέλοντας, δε, να ξεκαθαρίσει προθέσεις για ορισμένες από τις παρεμβάσεις, όπως αυτές που αφορούν τον εκδημοκρατισμό των διαδικασιών ανάδειξης των οργάνων, δήλωσε:
«Για μας δεν μπορεί να ασκεί κάποιος διοίκηση –στα ΑΕΙ– που δεν είναι εκλεγμένος. Διορισμένοι δεν υπάρχουν για εμάς. Δεν θέλουμε διορισμένους αντιπρυτάνεις, προέδρους. Ολοι θα πρέπει να εκλέγονται με μια διαδικασία. Αρα και οι αντιπρυτάνεις θα εκλέγονται και οι πρυτάνεις και οι κοσμήτορες και οι αναπληρωτές κοσμήτορες.
Θεωρούμε ότι ήταν ένα μεγάλο λάθος του προηγούμενου νόμου που όποιος ήθελε διόριζε τον κηπουρό του. Αυτά δεν πρέπει να γίνονται σε δημοκρατικές κοινωνίες».
Λίγες ώρες αργότερα, σε μια διευκρινιστική ανακοίνωση, το υπουργείο γνωστοποίησε ότι: «Η διατύπωση του γ. γραμματέα Γιάννη Παντή περί “κηπουρών” δεν είχε σκοπό να θίξει κανέναν αλλά μεταφορικά να περιγράψει την ανάγκη κάθε θέση στις αρχές διοίκησης να προκύπτει με εκλογικές διαδικασίες, διότι αυτή είναι η δημοκρατική επιταγή».
