Ολοκληρώνεται σήμερα στο Εφετείο η αγόρευση του συνηγόρου πολιτικής αγωγής των συνδικαλιστών του ΠΑΜΕ, Μάνου Μαλαγάρη, ο οποίος στη χθεσινή τοποθέτησή του απέδειξε την εσωτερική διάρθρωση και ιεραρχική δομή της ναζιστικής οργάνωσης όπως περιγράφεται στο βούλευμα, τεκμηρίωσε ότι η στρατιωτική δομή και η πειθαρχία αποτελούν συστατικά στοιχεία της και ανέδειξε τον ηγετικό ρόλο της ηγεσίας στις εγκληματικές ενέργειες.
Σχολαστικός και σε αρκετά σημεία καυστικός, ο Μάνος Μαλαγάρης πήρε όλα τα στοιχεία που στοιχειοθετούν την κατηγορία της εγκληματικής οργάνωσης και έκανε λεπτοδουλειά: μέσα από εγκυκλίους και έγγραφα της Κεντρικής Διοίκησης, αλλά και από τις καταθέσεις των μαρτύρων υπεράσπισης της Χρυσής Αυγής και τις απολογίες των κατηγορουμένων, απέδειξε ότι είναι αδιάφορος ο χαρακτηρισμός που δίνει η ίδια η εγκληματική οργάνωση στα μέλη της (αν τα αποκαλεί φίλους, υποστηρικτές, δόκιμα μέλη ή μέλη) και ότι ο σχεδιασμός και η εκτέλεση των εγκληματικών ενεργειών περνούσαν μέσα από την ιεραρχία, τη δομή και την υποδομή-μηχανισμό της οργάνωσης.
Ενα τέτοιο έγγραφο είναι ο Κανονισμός Λειτουργίας Τοπικών Οργανώσεων, που βρέθηκε στον σκληρό δίσκο του Μιχαλολιάκου και δίνει οδηγίες στα μέλη: «Ποτέ δεν παίρνουμε με δική μας πρωτοβουλία οποιοδήποτε αντικείμενο μπορεί να θεωρηθεί “όπλο” με τη νομική έννοια του όρου (στιλέτο, μαχαίρι και γενικά αιχμηρό αντικείμενο), ακόμη κι αν πιστεύουμε πως μπορούμε να το αιτιολογήσουμε. Ιδιαίτερα, δεν προβαίνουμε σε λήψη τέτοιας πρωτοβουλίας χωρίς να ενημερώσουμε τον υπεύθυνο δράσης Συναγωνιστή».
Οπλα, λοιπόν, οι χρυσαυγίτες μπορούσαν να φέρουν, αρκεί να έχουν ενημερώσει τους ανωτέρους τους, ενώ κυκλοφορούν κυρίως νύχτα, όπως επιβεβαιώνεται από ομιλία του πυρηνάρχη Νίκαιας Γ. Πατέλη: «Κάναμε οργανωτικά σε μέρη με χαμηλό φωτισμό, όπου βρίσκαμε για να περνάμε απαρατήρητοι, να φέρουμε εις πέρας τις εντολές των Κεντρικών».
Στο σημείο αυτό ο δικηγόρος θύμισε τη φράση του Μιχαλολιάκου ότι «στο σκοτάδι γίνονται οι καλύτερες δουλειές» και την αντίστοιχη του Κασιδιάρη ότι «οι καλύτερες δουλειές γίνονται τη νύχτα» (για την οποία η εισαγγελέας δέχτηκε τον ισχυρισμό του κατηγορούμενου ότι εννοούσε τις αιφνίδιες νυχτερινές αστυνομικές επιχειρήσεις) και είπε απευθυνόμενος στην εισαγγελέα: «Αλήθεια; Σ’ αυτά αναφέρονται όταν κομπάζουν για τις δουλειές που γίνονται τη νύχτα; Στις 3 τα ξημερώματα δεν έγινε η δολοφονία του Σαχζάτ Λουκμάν; Τον Παύλο Φύσσα δεν τον σκότωσαν στις 12 το βράδυ; Οι δολοφονικές επιθέσεις στους Αιγύπτιους ψαράδες και στα μέλη του ΠΑΜΕ μέσα στη νύχτα δεν έγιναν;».
Συγκάλυψη
Για τον ισχυρισμό της υπεράσπισης, ότι «οι δολοφονικές επιθέσεις δεν θα μπορούσαν να είναι στους σκοπούς της οργάνωσης γιατί θα την έβλαπταν εκλογικά», ο δικηγόρος παρατήρησε: «Τέτοιου είδους επιθέσεις είναι ακριβώς το βασικό “πολιτικό” εργαλείο μιας ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης όπως η Χρυσή Αυγή. Οι ναζιστικές οργανώσεις μαζικοποιούνται σπάζοντας κεφάλια. Το γεγονός αυτό συνομολογεί, άλλωστε, και ο ίδιος ο Αρχηγός σε κλειστή ομιλία του στα γραφεία της οργάνωσης στις 26 Μαΐου 2012, εν μέσω δηλαδή των διπλών εκλογών του Μαΐου-Ιουνίου: “Ελπίζουν ένας χρυσαυγίτης να σφάξει έναν ξένο για να αναστρέψουν το πολιτικό κλίμα. Εχουν χάσει την μπάλα γιατί σ’ αυτήν την περίπτωση θα φτάσει 15 και 20% η Χρυσή Αυγή”» (το βίντεο κατασχέθηκε από τον σκληρό δίσκο του Μιχαλολιάκου).
Μέσα από τις φαιδρές δικαιολογίες και τις εξόφθαλμες αντιφάσεις που περιείχαν οι απολογίες των κατηγορουμένων, αλλά και τις καταγεγραμμένες τηλεφωνικές συνομιλίες και τα μηνύματα, αποδείχθηκε ο μηχανισμός συγκάλυψης των εγκλημάτων από τα ηγετικά στελέχη.
Η Χρυσή Αυγή όχι μόνο δεν διέγραψε ποτέ τα μέλη των εγκληματικών ενεργειών, όχι μόνο κατέστρωνε το ένα σχέδιο συγκάλυψης μετά το άλλο, όχι μόνο αρνούνταν τις επιθέσεις και απειλούσε με μηνύσεις που στη συνέχεια τις έβαζε στο συρτάρι, αλλά «οι διευθύνοντες βουλευτές με δημόσιες δηλώσεις τους παρείχαν πλήρη ασυλία και κάλυψη σε αυτά τα εγκλήματα και επικορωνίδα της στάσης αυτής αποτελεί η ανάληψη της πολιτικής ευθύνης της δολοφονίας του Φύσσα από τον Αρχηγό της εγκληματικής οργάνωσης».
Οι συνήγοροι υπεράσπισης της Χρυσής Αυγής για να ενισχύσουν το σχέδιο συγκάλυψης έφτασαν στο σημείο να αντιμετωπίσουν ως αντιδίκους τα θύματα των επιθέσεων και, όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Μάνος Μαλαγάρης, «τάχα μου δεν ήξεραν ποιος επιτέθηκε στους Αιγύπτιους ψαράδες και ήρθε εδώ ο Αμπουζίντ Εμπάρακ και δεν τον ρώτησαν τίποτα για τους δράστες που του επιτέθηκαν, αλλά τον ρωτούσαν: “Γιατί έκανες και άλλα παιδιά μετά το συμβάν; Γιατί κοιμόσουν με κουβέρτα στην ταράτσα; Γιατί δεν ανέφερες στην ανάκριση την παλιά αντιδικία που είχες με τον εργοδότη σου; Πού βρήκες τα λεφτά να πας αεροπορικώς στην Αίγυπτο;”. Η συγκάλυψη αυτή αποτελεί βασική απόδειξη έγκρισης των επιθέσεων εκ μέρους της ηγεσίας και δεν καταλείπει καμία αμφιβολία για την ύπαρξη εγκληματικής οργάνωσης στο πλαίσιο της οποίας έγιναν τα εγκλήματα που εξετάζουμε».
