Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Zήσαμε την αγωνία του θανάτου πάρα πολλή ώρα. Δεν ξέραμε αν θα ζούμε στα επόμενα πέντε λεπτά. Αναρωτιόμασταν γιατί δεν βλέπαμε την Πυροσβεστική. Ακουσα μετά ότι εμποδίστηκε από κάποιους διαδηλωτές».

Στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκαν χθες, έξι χρόνια μετά την πυρπόληση του υποκαταστήματος της Marfin της οδού Σταδίου, οι εργαζόμενοι που βγήκαν ζωντανοί μέσα από τα αποκαΐδια της τράπεζας και κατέθεσαν τις συγκλονιστικές μαρτυρίες τους για τα τραγικά δευτερόλεπτα που κόστισαν τη ζωή τριών συναδέλφων τους.

Στο κατάμεστο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της Αθήνας δεν έπεφτε καρφίτσα, ενώ βουβοί στέκονταν οι γονείς και οι συγγενείς των θυμάτων, της άτυχης εγκύου Αγγελικής Παπαθανασοπούλου, του Επαμεινώνδα Τσάκαλη και της Παρασκευής Ζούλια, καταθέτοντας ως πολιτικοί ενάγοντες για ψυχική οδύνη, για τις ζωές που σβήστηκαν στις φλόγες που προκάλεσαν «διαδηλωτές» εν μέσω πανελλαδικής διαμαρτυρίας ενάντια στο πρώτο Μνημόνιο.

«Από το 2011 έχω καταδικάσει δημόσια τη συγκεκριμένη επίθεση και έχω αρνηθεί τις κατηγορίες. Εχω πάρει θέση και δεν έχω καμία ανάμειξη στην επίθεση» δήλωσε ο κατηγορούμενος για ανθρωποκτονία εκ προθέσεως κατά συναυτουργία και κατά συρροή Θοδωρής Σίψας, ο οποίος παραδέχτηκε στο δικαστήριο ότι έλαβε μέρος στην πορεία αλλά μόνο ως διαδηλωτής.

Τις κατηγορίες αρνήθηκε κατηγορηματικά μετά την εκφώνηση του κατηγορητηρίου και ο έτερος κατηγορούμενος για την πυρπόληση του βιβλιοπωλείου «Ιανός», Παύλος Αντρέεβ, ο οποίος επίσης καταδίκασε τα αιματηρά επεισόδια των διαδηλώσεων της 5ης Μαΐου του 2010 στις οποίες δεν συμμετείχε καν γιατί βρισκόταν στην εργασία του.

Πάντως, από τους είκοσι μάρτυρες που πέρασαν χθες από το δικαστήριο (συνολικά έχουν κλητευτεί να καταθέσουν 80) και που έζησαν τα τραγικά γεγονότα στην καρδιά της Αθήνας, κανείς δεν αναγνώρισε στα πρόσωπα των δύο κατηγορουμένων τους δράστες της δολοφονικής επίθεσης στο υποκατάστημα της Marfin.

Ενας μάλιστα εκ των μαρτύρων εξέφρασε στο δικαστήριο την επιθυμία να μην επεκταθεί καταθέτοντας περαιτέρω στα πραγματικά περιστατικά γιατί δεν ένιωθε ασφαλής… «Δεν θέλω να επεκταθώ παραπάνω. Δεν νιώθω ασφάλεια. Υπήρχε ένας διάλογος τότε με κάποια άτομα. Δεν έχω δει τα πρόσωπα αυτά σήμερα εδώ».

«Είδα τρεις συνολικά. Κινούνταν σαν φοιτητές, γρήγορα. Ο ένας ήταν πιο ψηλός, πάνω από 1.70 μ., οι άλλοι μετρίου αναστήματος. Δεν ήταν ιδιαίτερα εύσωμοι και φορούσαν κουκούλες. Ο ένας έριξε όταν υποχώρησε το τζάμι και αμέσως ξέσπασε η φωτιά. Μία συνάδελφος φώναξε “είμαστε άνθρωποι μέσα”, μήπως και δεν το είχαν καταλάβει. Ακούγαμε απ’ έξω “κάψτε τους”, αλλά δεν κάθισα να ασχοληθώ ποιος το είπε», κατέθεσε μία από τους υπαλλήλους της τράπεζας.

Εισαγγελέας: Το αποκλείετε ότι το ύψος του πρώτου κατηγορουμένου μπορεί να είναι το ίδιο με τον ψηλό δράστη;

Μάρτυρας: Δεν το αποκλείω.

Υπεράσπιση (Κατσαρής): Μη δημιουργείτε εντυπώσεις στους κυρίους ενόρκους. Με σωματοδομή και σωματότυπο να πηγαίνουν κατηγορούμενοι για ανθρωποκτονίες πού ακούστηκε αυτό;

Κατσαρής: Είστε βέβαιη ότι μοιάζει ο σωματότυπος;

Μάρτυρας: Τώρα βλέπω δύο ανθρώπους που κάθονται σε χαλαρή στάση. Εκείνη τη στιγμή, από φόβο και τρομοκρατία, είδα γιγαντωμένη μία μορφή απέναντί μου.

Κατσαρής: Θα μπορούσε και να μη μοιάζει δηλαδή;

Μάρτυρας: Θα μπορούσε. Είναι ένας κοινός σωματότυπος.

Κάποια εκ των μαρτύρων μάλιστα περιέγραψε τους δράστες της επίθεσης ως «μικρόσωμα, αδύνατα παιδιά. Δεν ήταν άνδρες. Είχαν ευλυγισία και έκαναν γρήγορα τις κινήσεις τους. Είχαν καλυμμένα χαρακτηριστικά, με υφάσματα και μάσκες».

Εμειναν τα αποτυπώματα

Συγκλονιστικός στις περιγραφές του ήταν και ο Γιώργος Στρατογιαννάκης, ο οποίος κατάφερε να απεγκλωβιστεί από τη φλεγόμενη τράπεζα μαζί με άλλους είκοσι συναδέλφους του, ενώ δεν αναγνώρισε κανέναν από τους κατηγορούμενους.

«Είδα φλόγες που έγλειφαν το ισόγειο και ανέβηκα πάνω. Στο μπαλκόνι, στον 2ο όροφο ήταν συνάδελφοι και μου είπαν “αυτοί έρχονται και πετάνε κι άλλο”. Εσκυψα και είδα κάποιον στο σημείο που είχε σπάσει η τζαμαρία, που κρατούσε κάνιστρο και κάτι έριχνε, ή έτσι φαινόταν. Το έκανε 2-3 φορές και όταν έφευγε ξαναφούντωνε η φωτιά. Φορούσε μαύρα ρούχα, ήταν νεαρός μετρίου αναστήματος, καλοντυμένος, θα μπορούσε να ήταν φοιτητής, 20-22 χρόνων. Μας κοιτούσε και μας έκανε άσεμνες χειρονομίες».

Ο μάρτυρας λίγο πριν από την έξοδο είδε για τελευταία φορά την Αγγελική και τον Νώντα.

«Εμπαινε ο καπνός στο γραφείο του Νώντα. Προσπαθούσε να βρει κάποιον στο τηλέφωνο, μάλλον για να δει τι πρέπει να κάνουμε για να προστατευτούμε. Η Αγγελική ήταν δίπλα του, μάλλον γιατί ήξερε την κατάστασή της και ήθελε να τη βοηθήσει. Λέμε να φύγουμε, να βρούμε τους άλλους.

»Εβαλα το σακάκι μου στη μύτη και κρατούσα με το άλλο χέρι την κουπαστή. Κατέβηκα στον άλλο όροφο. Αυτή ήταν η τελευταία επαφή που είχα μαζί τους. Τον Νώντα τον βρήκαν στα σκαλιά, δεν έφτασε η ανάσα του και έπαθε ασφυξία… Η Αγγελική δεν είχε κουνηθεί καθόλου από το γραφείο. Μέρες μετά είδα το αποτύπωμα του σώματός της, των χεριών της στο πάτωμα… 21 άτομα βγήκαμε ζωντανοί, άλλοι τρεις όχι».

«Να καείτε»

«Ακουσα τον συναγερμό πυρασφάλειας. Είδα κάποιον κάτω από το μπαλκόνι όπου βρισκόμουν να βαράει ή να κάνει μία αντίστοιχη κίνηση. Ηταν μαυροντυμένοι με κάτι άσπρο στα χέρια τους. Δεν μπορούσα να δω πόσοι ήταν. Ηταν όχλος», είπε με τη σειρά του καταθέτοντας ο Ευάγγελος Λαγουδάτος, που σώθηκε από τις φλόγες γιατί σκαρφάλωσε στο μπαλκόνι παρακείμενου της τράπεζας κτιρίου.

Σοκαριστικές ήταν οι μαρτυρίες στο δικαστήριο που ανέφεραν ότι ενώ το κατάστημα είχε τυλιχτεί στις φλόγες οι υπάλληλοι που είχαν βγει στο μπαλκόνι για να σωθούν, άκουγαν κάποιους να τους βρίζουν και να τους «φωνάζουν να καούν».

Η δίκη συνεχίζεται στις 14 Οκτωβρίου.