Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας θα κρίνει οριστικά αν είναι ή όχι συνταγματικός ο νέος τρόπος επιλογής των διευθυντών των σχολείων της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, που έγινε με τον νόμο 4327/2015.
Στην ολομέλεια του ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου παραπέμφθηκε το θέμα, καθώς το Γ΄τμήμα του ΣτΕ έκρινε ότι ο επίμαχος νόμος προσκρούει σε διατάξεις του Συντάγματος.
Το χρονικό
Θυμίζουμε ότι η εκλογή των διευθυντών έγινε με μοριοδότηση των τυπικών προσόντων (χρόνια υπηρεσίας, πτυχία, μεταπτυχιακά, ξένες γλώσσες κ.λπ.) των υποψηφίων και την ανακοίνωση των πινάκων των αντικειμενικών μορίων και αμέσως μετά, σε συνεδριάσεις των συλλόγων διδασκόντων, με τη διεξαγωγή μυστικής ψηφοφορίας, καθώς ένα μέρος του συνόλου των μορίων οι υποψήφιοι το συγκέντρωσαν με βάση τα αποτελέσματα αυτής της ψηφοφορίας.
Ειδικότερα, οι σύμβουλοι Επικρατείας του Γ΄ τμήματος (με πρόεδρο την αντιπρόεδρο Αικατερίνη Συγγούνα και εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας Δημήτριο Μακρή), στην υπ’ αριθμ. 865/2016 απόφασή τους έκριναν -μεταξύ άλλων- ότι η αντισυνταγματικότητα ανάγεται και στο ότι δεν αξιολογούνται με αιτιολογία τα προσόντα των υποψηφίων που σχετίζονται με το κριτήριο της συμβολής στο εκπαιδευτικό έργο, της προσωπικότητας και της γενικής συγκρότησης του υποψηφίου.
Στο ΣτΕ είχαν προσφύγει (τότε) διευθυντές σχολικών μονάδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και η Πανελλήνια Ενωση Διευθυντών Εκπαίδευσης.
Οι προσφεύγοντες ζητούσαν να ακυρωθεί η σχετική απόφαση του αναπληρωτή υπουργού Παιδείας, με την οποία καθορίστηκε η διαδικασία υποβολής αιτήσεων και επιλογής διευθυντών.
Παράλληλα, ζητούσαν να ακυρωθούν και δύο εγκύκλιοι του αναπληρωτή υπουργού Παιδείας, αλλά οι δικαστές απέρριψαν το αίτημα αυτό, κρίνοντας ότι οι εν λόγω εγκύκλιοι έχουν απλώς ερμηνευτικό χαρακτήρα και όχι εκτελεστό και άρα δεν μπορούν δικαστικά να προσβληθούν.
Προσβολή αρχών
Οι σύμβουλοι Επικρατείας έκριναν ότι ο νέος τρόπος επιλογής είναι αντίθετος στις συνταγματικές αρχές «της ισότητας, της αξιοκρατίας, και δη στην αρχή της ελεύθερης πρόσβασης και σταδιοδρομίας κάθε Ελληνα στις δημόσιες θέσεις κατά τον λόγο της προσωπικής του αξίας και ικανότητας, διότι δεν εξασφαλίζονται οι προϋποθέσεις αξιοκρατικής κρίσης και αφετέρου δεν καθίσταται γνωστή στους υποψήφιους και ελέγξιμη από τον ακυρωτικό δικαστή, εν όψει του κατά το άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας και του άρθρου 95 παράγραφος 1 του Συντάγματος περί κατοχυρώσεως της αιτήσεως ακυρώσεως ενώπιον του ΣτΕ, η αξιολόγηση των υποψηφίων ως προς το μνησθέν κριτήριο».
Η αντισυνταγματικότητα του νομοθετικού πλαισίου επιλογής διευθυντών σχολικών μονάδων ανάγεται στο ότι η διαδικασία επιλογής και τοποθέτησης από τον σύλλογο διδασκόντων προβλέπεται με μυστική ψηφοφορία.
Οπως σημειώνουν οι σύμβουλοι Επικρατείας, «η διαδικασία της μυστικής ψηφοφορίας ως διαδικασία ανάδειξης οργάνων προσιδιάζει σε αυτοδιοικούμενες μονάδες ή είναι πρόσφορη σε περίπτωση ανάδειξης εκπροσώπων στα όργανα αυτά, όχι όμως στις σχολικές μονάδες της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, οι οποίες ανήκουν εκ του Συντάγματος στην αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους, η διοίκηση των οποίων πρέπει να αναδεικνύεται στο πλαίσιο διαφανούς και αντικειμενικής διαδικασίας, κατάλληλης για τη διασφάλιση της ενιαίας και ομοιόμορφης εφαρμογής των οριζομένων κριτηρίων».
