Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια οικογενειακή φιλία και η επιθυμία για επικερδή τοποθέτηση ενός κεφαλαίου εξελίχθηκαν σε εφιάλτη για τους ιδιοκτήτες του πλοίου «NOOR ONE».

Η πολυμελής και «άφωνη» δίκη του πλοίου με τους 2 τόνους ηρωίνη συνεχίστηκε χθες στο δικαστήριο του Ρουφ με την πολύωρη απολογία της Κ. Αλεξανδρή, συζύγου του επίσης κατηγορούμενου Π. Καλαφάτη.

Στην κατάθεσή της κατονόμασε ως τον άνθρωπο που γνώριζε τα πάντα για το καράβι και την πορεία του τον Αιμίλιο Κοτσώνη.

Η Κ. Αλεξανδρή άρχισε την κατάθεσή της, περιγράφοντας το πώς άκουγε τις ειδήσεις για την ηρωίνη που βρέθηκε, μέχρι που έχασε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της, όταν κατάλαβε ότι η μεταφορά έγινε με το δικό τους καράβι και λίγο αργότερα συνελήφθη.

Οταν ήταν στη φυλακή έγινε το περίεργο αυτοκινητικό ατύχημα με οδηγό τον σύζυγό της.

Ποτέ δεν μπόρεσε η ίδια να εξηγήσει πώς στα καλά καθούμενα το Ι.Χ. πήρε τρεις τούμπες, αλλά δεν μπόρεσε να αποδείξει ότι το ατύχημα δεν ήταν τυχαίο.

Μίλησε για τις άμεσες και τις έμμεσες απειλές. Οπως είπε, μέσα στη φυλακή δέχτηκε απειλή από τον Γ. Μπουρδούβαλη να αλλάξει την κατάθεσή της.

Κατάθεση-σοκ

Για την ίδια όμως το μεγαλύτερο σοκ ήταν η κατάθεση του Κοτσώνη.

«Τότε έχασα το μυαλό μου, ήταν ο μόνος που τα ήξερε όλα, ήταν συνεταίρος του Μπουρδούβαλη, αυτός πήρε το πλοίο για να το ναυλώσει. Ο Κοτσώνης έκανε τη συμφωνία με τον Μπουρδούβαλη, τον “Θεό στο Ντουμπάι”, ο άντρας μου δεν μπορούσε ούτε να τον πλησιάσει. Ο Κοτσώνης ήταν ο μόνος που μπορούσε να μας ξεμπλέξει, γιατί γνώριζε τα πάντα, αλλά δεν έκανε τίποτα, μας είπε ψέματα», δήλωσε στο δικαστήριο η κατηγορούμενη.

Η υπόθεση -όπως η ίδια την εξιστόρησε, απαντώντας στις ερωτήσεις της εισαγγελέως- ξεκίνησε, όταν ο οικογενειακός τους φίλος Α. Κοτσώνης πρότεινε στην ίδια και στον σύζυγό της να επενδύσουν τις οικονομίες τους στο Ντουμπάι, με στόχο να αποκομίζουν κέρδη από αγοραπωλησίες φορτίων πετρελαίου.

Τους είπε ότι διαθέτει μεγάλες άκρες, ότι έχει ένα καραβάκι εκεί, ενώ τους υπέδειξε ως συνεργάτη τον επίσης κατηγορούμενο εφοπλιστή Μ. Γιαννουσάκη, στον οποίο θα έδιναν κάποιο κεφάλαιο με σκοπό να αποκομίσουν κέρδη.

Αυτό έγινε, αλλά τελικά ο Γιαννουσάκης πήρε τα χρήματα χωρίς να τους αποδίδει έσοδα, λόγω μικρής ζήτησης στην αγορά πετρελαίου.

Μεσολάβησε ο Κοτσώνης και υποχρέωσε τον Γιαννουσάκη να τους επιστρέψει όλα τα χρήματα που είχε πάρει χωρίς απόδειξη. Τελικά, πάλι με μεσολάβηση του Κοτσώνη έδωσαν χρήματα, αγοράζοντας με δόσεις το καράβι από τον κατηγορούμενο Φάρο.

Το πλοίο μετά θα ναυλωνόταν και οι ίδιοι θα είχαν μερίδιο στα κέρδη, όπως και οι ναυλωτές.

«Αφανής συνεργάτης»

Οπως κατέθεσε -μεταξύ άλλων- η κατηγορούμενη:

«Ολα τα κενά στις καταθέσεις μας προέρχονται από το ότι δεν έπρεπε να αναφέρουμε το όνομά του. Τότε δεν ξέραμε αν είναι ένοχος ή αθώος και γνωρίζαμε ότι ήταν ο μόνος που γνώριζε τα πάντα και θα μπορούσε να μας ξεμπλέξει και να μας βοηθήσει. Αυτός ήξερε την πορεία του πλοίου, αυτός μιλούσε με τον Μπουρδούβαλη που το είχε ναυλώσει. Ηταν ο αφανής συνεργάτης και όλες τις διαπραγματεύσεις αυτός τις έκανε και θα έπαιρνε και τα μισά κέρδη από τα ναύλα.

Δεν φανταζόμασταν ούτε ότι το καράβι θα ερχόταν εδώ ούτε το φορτίο του. Τα δικά μας ονόματα ήταν στα χαρτιά του πλοίου, η διεύθυνση του σπιτιού μου. Αυτό το πλοίο είχε εμφανή ιδιοκτησία, αν πιανόταν μεσοπέλαγα εμείς θα πηγαίναμε φυλακή. Οταν όμως το πλοίο μπήκε στην Ελευσίνα, δηλώθηκε ότι ανήκε στην προηγούμενη ιδιοκτήτρια εταιρεία, την ΑΧΙΑ. Ποτέ δεν έφτασε το ναυλοσύμφωνο».

Οι συνήγοροι του Α. Κοτσώνη αντιδρούσαν έντονα στη διάρκεια της κατάθεσης της Κ. Αλεξανδρή και χρειάστηκε να ζητήσουν οι συνήγοροι της κατηγορουμένης να σεβαστούν την απολογία της και να μη διακόπτουν.

Η δίκη συνεχίζεται την Τρίτη με τις ερωτήσεις συνηγόρων στην Κ. Αλεξανδρή.