Με αιχμηρές παρεμβάσεις πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη Τύπου του ΔΣΑ αναφορικά με τις εξελίξεις στο σκάνδαλο των υποκλοπών, με το δικηγορικό σώμα να καταγγέλλει ανοιχτά απόπειρα συγκάλυψης και να θέτει ευθέως ζήτημα θεσμικής εκτροπής μετά την απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνου Τζαβέλλα, να διατηρήσει την υπόθεση στο αρχείο.

Ο πρόεδρος του ΔΣΑ, Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, έκανε λόγο για απόφαση που «προσκρούει στο ποινικό δόγμα, στο κράτος δικαίου και στην πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου», σημειώνοντας ότι ο εισαγγελικός λειτουργός που αρνήθηκε την ανάσυρση της δικογραφίας ήταν ο ίδιος που επόπτευε την ΕΥΠ κατά το κρίσιμο διάστημα των παρακολουθήσεων. «Απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης», τόνισε, επισημαίνοντας ότι η στάση του ΔΣΑ εκφράζει ομόφωνα το διοικητικό του συμβούλιο.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο σύμβουλος του ΔΣΑ, Θανάσης Καμπαγιάννης, ο οποίος χαρακτήρισε την παρέμβαση του Συλλόγου πράξη θεσμικής ευθύνης απέναντι σε μια υπόθεση που δοκιμάζει τα όρια της δημοκρατικής νομιμότητας. Υποστήριξε ότι η άρνηση επανεξέτασης της δικογραφίας συνιστά «θεσμική εκτροπή» και πως η σιωπή απέναντι σε τέτοια φαινόμενα θα ισοδυναμούσε με αποδοχή της διολίσθησης.
«Μιλήσαμε για θεσμική εκτροπή γιατί, με την απόφαση μη ανάκλησης της αρχειοθέτησης της υπόθεσης των υποκλοπών, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου παραβίασε το κατά νόμο καθήκον του να διερευνήσει την τέλεση αξιόποινων πράξεων και να ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο κατόπιν νεότερων στοιχείων που προέκυψαν. […] Η κρίση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι στα κινητά τηλέφωνα και στις τηλεφωνικές επικοινωνίες του τότε αντιστράτηγου ΓΕΕΘΑ, Κωνσταντίνου Φλώρου, και του τότε πολιτικού προϊσταμένου του διπλωματικού σώματος της χώρας, Νίκου Δένδια, δεν υπάρχουν κρατικά μυστικά και ότι σε κάθε περίπτωση, ακόμα και αν υπάρχουν, τυχόν γνώση αυτών εκ μέρους τρίτων θα ήταν τυχαία και συμπτωματική, κρίνεται από τους πολίτες και την κοινωνία. Δεν είναι όμως αυτός ο λόγος που μιλάμε για θεσμική εκτροπή.
Η θεσμική εκτροπή έγκειται στο ότι ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου όφειλε να διερευνήσει και δεν το έπραξε. Για αυτόν τον λόγο αποδείχθηκε ακατάλληλος για τον θεσμικό του ρόλο και οφείλει να παραιτηθεί», είπε χαρακτηριστικά, ενώ αναφερόμενος στο γεγονός ότι ο Κ. Τζαβέλλας ήταν εποπτεύων εισαγγελέας της ΕΥΠ και έχει υπογράψει πλήθος εισαγγελικών διατάξεων άρσης απορρήτου, ανάμεσά τους και αυτή του Θ. Κουκάκη, είπε:
«Ρωτάμε τον οποιονδήποτε δικηγόρο, δικαστή, εισαγγελέα, νομικό, αλλά και τον οποιονδήποτε καλόπιστο πολίτη: Εσείς θα θέλατε να χειριστεί την υπόθεσή σας εισαγγελέας που είχε προηγουμένως υπογράψει άρση του τηλεφωνικού σας απορρήτου γιατί σας θεωρούσε δυνάμει επικίνδυνο για την εθνική ασφάλεια; Και μάλιστα στο πλαίσιο της ίδιας υπόθεσης;».
«Δυσώδες»
Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και η τοποθέτηση του γενικού γραμματέα του ΔΣΑ, Κώστα Καρέτσου, ο οποίος περιέγραψε τις υποκλοπές ως «δυσώδες σκάνδαλο που υπονομεύει την κοινοβουλευτική δημοκρατία». Αναφερόμενος στη σύγκρουση ανάμεσα στις δικαστικές κρίσεις, σημείωσε ότι η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, που αναγνώρισε τη χρήση παράνομου λογισμικού παρακολούθησης κατά κρατικών αξιωματούχων, άνοιξε τον δρόμο για ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, ενώ αντίθετα, όπως είπε, η αρχειοθέτηση από τον Αρειο Πάγο πραγματοποιήθηκε χωρίς εξέταση μαρτύρων και χωρίς αξιολόγηση κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων.
Από την πλευρά της η αντιπρόεδρος του ΔΣΑ, Χριστίνα Τσαγκλή, έκανε λόγο για «πρωτοφανή απόπειρα συγκάλυψης που κλονίζει τα θεμέλια του πολιτεύματος». Εξήγησε ότι το αίτημα παραίτησης του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου δεν αποτέλεσε επικοινωνιακή επιλογή αλλά θεσμική απάντηση «στο μέγεθος της προσβολής και της αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς».
Αιχμηρή ήταν και η παρέμβαση του ομότιμου καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου, Νίκου Αλιβιζάτου, ο οποίος μετέφερε τη συζήτηση στο ευρωπαϊκό επίπεδο καθώς, όπως εξήγησε, ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εκκρεμούν ήδη δύο ελληνικές υποθέσεις γενικότερου ενδιαφέροντος, μία που αφορά τις Ανεξάρτητες Αρχές και εκείνη των υποκλοπών. Υπενθύμισε, μάλιστα, ότι η προσφυγή του Νίκου Ανδρουλάκη έχει χαρακτηριστεί από το Στρασβούργο ως υπόθεση «μείζονος προτεραιότητας».
Ο Ν. Αλιβιζάτος αναφέρθηκε σε δύο πρόσφατες αποφάσεις του ΕΔΔΑ, οι οποίες, όπως είπε, δημιουργούν νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο ελέγχου για αντίστοιχες πρακτικές και σημείωσε ότι αυτές «δείχνουν ότι υπάρχει βάση ώστε η πράξη του κ. Τζαβέλλα να ελεγχθεί με ευρωπαϊκά κριτήρια».
Συνταγματική αναθεώρηση
Παίρνοντας τον λόγο, ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης Αντώνης Ρουπακιώτης έθεσε θέμα συνταγματικής αναθεώρησης, εστιάζοντας στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Τόνισε ότι η αποκλειστική αρμοδιότητα του υπουργικού συμβουλίου στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων συνιστά θεσμική ιδιομορφία που πρέπει να επανεξεταστεί. «Είναι θέμα άσκησης εξουσίας. Πρέπει να αναπτύξουμε δραστηριότητα ενόψει της αναθεώρησης του Συντάγματος ώστε να πειστούν τα πολιτικά κόμματα ότι πρέπει να αναθεωρηθεί το Σύνταγμα ως προς αυτούς που διορίζουν την ηγεσία της Δικαιοσύνης. Το δικαστικό σώμα δεν έχει παράδοση αγώνων για να στηρίξει την ανεξαρτησία του», είπε χαρακτηριστικά.
Τέλος, ο Θεόδωρος Μαντάς, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ΔΣΑ, ανέφερε ότι ο Σύλλογος έχει καθήκον να παρεμβαίνει όταν ανακύπτουν ζητήματα που αγγίζουν τον πυρήνα της λειτουργίας των θεσμών και υπερασπίστηκε την επιλογή του ΔΣΑ να ζητήσει την παραίτηση του κ. Τζαβέλλα.
