Νέα διάσταση σε μία ακόμα υπόθεση που συνδέεται με το έγκλημα των Τεμπών προσδίδει η απόφαση του αντεισαγγελέα Πρωτοδικών Λάρισας, να παραγγείλει συμπληρωματική προκαταρκτική έρευνα στο πλαίσιο της οποίας, αυτήν τη φορά, θα διερευνηθούν αδικήματα κακουργηματικού χαρακτήρα. Όπως έγραψε η εφημερίδα Ελευθερία της Λάρισας, πρόκειται για την υπόθεση εταιρίας μεταφορών (γερανών), η οποία ενώ εκτέλεσε έργο στο Κουλούρι, τοποθέτησε δηλαδή στον χώρο του ΟΣΕ τα συντρίμμια της σύγκρουσης το διάστημα από 2 έως 6 Μαρτίου 2023, από έγγραφα προκύπτει πως συστάθηκε ως εταιρία έναν μήνα αργότερα, στις 6 Απριλίου 2023. Η πρώτη εισαγγελική έρευνα είχε παραγγελθεί από την διευθύνουσα της Εισαγγελίας Εφετών Λάρισας μετά από δημοσίευμα της «Εφ.Συν.» στο οποίο, μεταξύ άλλων, περιγράφονταν οι διαδικασίες κάτω από τις οποίες η εταιρία ανέλαβε και υλοποίησε το έργο.
Το ποσό της σύμβασης ξεπερνά τις 120.000 ευρώ, καθώς ο προϋπολογισμός του έργου ανήλθε στις 178.560 ευρώ και ήδη καλούνται για ανωμοτί εξηγήσεις συνολικά 17 πολίτες, μεταξύ των οποίων ιδιώτες, υπηρεσιακοί παράγοντες και αιρετοί της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Συγκεκριμένα για εξηγήσεις κλήθηκαν οι εξής:
- Δυο ιδιοκτήτες της εταιρίας για ηθική αυτουργία από κοινού σε παράβαση καθήκοντος, για ηθική αυτουργία από κοινού σε ψευδή βεβαίωση και για χρήση αυτής, με συνολικό όφελος άνω των 120.000 ευρώ, σε βάρος δημόσιου φορέα (ΟΤΑ) και κατ’ εξακολούθηση.
- Τρεις υπάλληλοι Διεύθυνσης της Περιφέρειας Θεσσαλίας για ψευδή βεβαίωση και για χρήση αυτής, με συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ σε βάρος δημόσιου φορέα (ΟΤΑ) και κατ’ εξακολούθηση, καθώς φέρονται να εξέδωσαν έγγραφο παραλαβής εργασιών από μη υφιστάμενη εταιρία, κατά την εκτέλεση και πληρωμής των εργασιών αυτών.
- Ο πρώην περιφερειάρχης Θεσσαλίας για ηθική αυτουργία σε ψευδή βεβαίωση και σε χρήση αυτής, με συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ σε βάρος δημόσιου φορέα (ΟΤΑ) και κατ’ εξακολούθηση.
- Τα 11 μέλη της τότε Οικονομικής Επιτροπής -από Λάρισα, Βόλο και Τρίκαλα- της Περιφέρειας Θεσσαλίας, για ηθική αυτουργία σε πράξη ψευδούς βεβαίωσης και σε χρήση αυτής, με συνολική ζημία άνω των 120.000 ευρώ σε βάρος δημόσιου φορέα (ΟΤΑ) και κατ’ εξακολούθηση.
Στο πλαίσιο της ίδιας έρευνας, που ακόμη δεν είναι γνωστό πότε θα περαιωθεί, αναμένεται και πόρισμα της Διεύθυνσης Δημοσιονομικού Ελέγχου του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους αναφορικά με τη νομιμότητα της ανάθεσης των επίμαχων εργασιών στην εταιρία.
Η εν λόγω ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία (ΙΚΕ) της Λάρισας, σύμφωνα και με την απόφαση της Οικονομικής Επιτροπής της Περιφέρειας Θεσσαλίας, αποτέλεσε μία από τις συνολικά πέντε εταιρίες στις οποίες ανατέθηκε έργο με αφορμή τις «κατεπείγουσες επεμβάσεις στο δυστύχημα των Τεμπών την 1η/03/2023». Ειδικότερα, ανέλαβε το έργο «Χρήση γερανοφόρων τηλεσκοπικών μηχανημάτων έργου στον χώρο του οικοπέδου του ΟΣΕ στο Κουλούρι» (προϋπολογισμού 178.560 ευρώ), δηλαδή τα μηχανήματα έργου της απασχολήθηκαν για την εναπόθεση των συντριμμιών της σιδηροδρομικής σύγκρουσης στο Κουλούρι, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα.
Άλλες δύο εισαγγελικές έρευνες – συνολικά δύο χρόνια καθυστέρηση από την αποκάλυψη μέχρι την έρευνα
Στη συνέχεια υπήρξε και δεύτερη εισαγγελική παραγγελία, έπειτα από μήνυση των βουλευτών Βασιλείου Κόκκαλη (ΣΥΡΙΖΑ) και Αλέξανδρου – Χρήστου Αυλωνίτη, πρώην ΣΥΡΙΖΑ και νυν ανεξάρτητου, οι οποίοι ζητούσαν να διερευνηθεί εάν συντρέχει περίπτωση άσκησης ποινικής δίωξης σε βάρος του πρώην περιφερειάρχη Θεσσαλίας, Κων. Αγοραστού, για τις πράξεις της κακουργηματικού χαρακτήρα απιστίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και της παράβασης καθήκοντος, με αφορμή τη διάθεση των χρημάτων για τις εργασίες διαμόρφωσης του τόπου της σύγκρουσης.
Στο πλαίσιο της αυτοπρόσωπης προκαταρκτικής, η αντεισαγγελέας Εφετών εξέτασε πλήθος μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και στελέχη Διευθύνσεων της Περιφέρειας Θεσσαλίας και δη, Τεχνικής Υπηρεσίας, Προγραμματισμού, Περιφερειακού Ταμείου, Κτηματικής Υπηρεσίας, Αποκεντρωμένης Διοίκησης και αιρετούς, ενώ έγγραφα κλήθηκαν και προσκόμισαν και εργολάβοι που υλοποίησαν τις εργασίες.
Από την εισαγγελική έρευνα προέκυψε ότι «ακολουθήθηκε η διαδικασία που ακολουθείται σε ανάλογες περιπτώσεις εκτάκτων αναγκών, απορριπτομένων τυχόν αντίθετων ισχυρισμών, για την ενίσχυση των οποίων ουδένα αποδεικτό μέσο προσκομίστηκε, καθώς προκειμένου να εγκριθεί και στο τέλος να καταβληθεί το αντίστοιχο ποσό στους επιμέρους αναδόχους εργολάβους». Όπως υπογραμμίζεται και στη Διάταξη, «προηγήθηκε έλεγχος από περισσότερα διαφορετικά όργανα ελέγχου και επιτροπές, χωρίς να προκύπτει η πρόκληση βέβαιης ζημίας σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου ή οποιουδήποτε τρίτου, όπως απαιτείται για την πλήρωση της νομοτυπικής μορφής του εγκλήματος της απιστίας». «Το γεγονός αυτό, βέβαια», διευκρινίζεται στη Διάταξη, «δεν αναιρεί τυχόν ευθύνη των αναφερομένων προσώπων για την πράξη της παράβασης καθήκοντος και δη της επέμβασης στον επίδικο χώρο με τις εν λόγω εργασίες χωρίς την προηγούμενη άδεια των δικαστικών αρχών, αλλοιώνοντας τον τόπο του δυστυχήματος – εγκλήματος, ούσες (οι εργασίες) ικανές, ιδίως κατά τη χρονική στιγμή που αυτές έλαβαν χώρα, ήτοι χωρίς να έχουν ολοκληρωθεί ακόμη οι ανακριτικές πράξεις, και πρόσφορες να δυσχεράνουν τις έρευνες και τη συλλογή ουσιωδών αποδεικτικών στοιχείων από τις ανακριτικές αρχές καθώς και να ματαιώσουν την εξασφάλιση των ιχνών του εγκλήματος, πράξη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη» για παράβαση καθήκοντος, μεταξύ άλλων και σε βάρος του πρώην περιφερειάρχη Θεσσαλίας.
Έτσι, η αντεισαγγελέας Εφετών αρχειοθέτησε την υπόθεση, «καθώς δεν προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης για την πράξη της απιστίας σε βάρος μη πολιτικών προσώπων και δη του πρώην περιφερειάρχη Θεσσαλίας, Κωνσταντίνου Αγοραστού».
Η έρευνα της αντεισαγγελέως Εφετών υποβλήθηκε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και παράλληλα διαβιβάσθηκε στην Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Λάρισας, προς συσχέτιση με την ξεχωριστή εκκρεμούσα προκαταρκτική έρευνα με αφορμή την εταιρία μεταφορών και το επίμαχο έργο τοποθέτησης των συντριμμιών της σύγκρουσης στο Κουλούρι. Στο πλαίσιο αυτό ο αντεισαγγελέας Πρωτοδικών με την ολοκλήρωση της έρευνας για τις πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξεις παρήγγειλε νέα συμπληρωματική έρευνα, στο πλαίσιο της οποίας, πλέον καλούνται για εξηγήσεις τα διερευνώμενα άτομα.
