Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Αποτελεί απειλή για τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος» είπε χθες αναφορικά με το παράνομο λογισμικό Predator κατά την αγόρευσή του στη δίκη για το σκάνδαλο των υποκλοπών ο εισαγγελέας του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου, Δημήτρης Παυλίδης, ο οποίος ζήτησε την ενοχή και των τεσσάρων κατηγορουμένων για τα τρία αδικήματα που κατηγορούνται με τη μετατροπή τους από κατ’ εξακολούθηση σε κατά συρροή, πράγμα που αν γίνει τελικά δεκτό από το δικαστήριο αναμένεται να επιφέρει υψηλότερες ποινές. «Απεδείχθη σχέση των κατηγορουμένων με τις εταιρείες και το κατασκοπευτικό λογισμικό. Να κηρυχθούν άπαντες ένοχοι. Επιφυλάσσομαι για περαιτέρω ενέργειες στη συνέχεια της διαδικασίας» σημείωσε.

Στο εδώλιο βρίσκονται κατηγορούμενοι για πλημμεληματικές πράξεις, όπως αυτές της επέμβασης σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, της παραβίασης του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, αλλά και της παράνομης πρόσβασης σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, από κοινού, κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένη και σε απόπειρα, οι κατηγορούμενοι Γιάννης Λαβράνος, πραγματικός δικαιούχος της εταιρείας Krikel, Φέλιξ Μπίτζιος, Ταλ Ντίλιαν και Σάρα Χαμού, μέτοχοι της εταιρείας Intellexa η οποία κατασκευάζει και εμπορεύεται το Predator.

Κατά τη διάρκεια της αγόρευσής του ο εισαγγελικός λειτουργός υπογράμμισε πως το παράνομο λογισμικό, όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία, συνέχισε να λειτουργεί μέχρι το 2024 και υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να λειτουργεί ακόμα και σήμερα, σημειώνοντας πως «το Predator λειτούργησε με κάποια υποδομή εντός ελληνικής επικράτειας», ενώ δεν παρέλειψε να επισημάνει ότι κανείς από τους κατηγορούμενους δεν παρουσιάστηκε στη δικαστική αίθουσα να απολογηθεί.

Κεντρικός άξονας της αγόρευσης ήταν η απόρριψη της προσπάθειας απόδοσης των πράξεων σε απρόσωπα εταιρικά σχήματα. «Οι εταιρείες δεν υπάρχουν αυθύπαρκτες στον κόσμο. Υπάρχουν άνθρωποι πίσω από αυτές, αποδίδουν κέρδη» ανέφερε, τονίζοντας ότι στο ελληνικό ποινικό δίκαιο δεν υφίσταται ευθύνη νομικών προσώπων, επομένως η αναζήτηση ευθυνών οφείλει να καταλήγει σε φυσικά πρόσωπα. «Δεν θα μπορούσαμε να κρύψουμε ποινικά αδικήματα πίσω από εταιρικά σχήματα» σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι το ζήτημα δεν είναι ποιος έγραψε τον κώδικα ή «ποιος πάτησε το κουμπί», αλλά ποιοι έλαβαν τις αποφάσεις και είχαν την επιχειρησιακή και οικονομική ευθύνη.

«Φαίνεται ότι η Intellexa κατασκεύαζε ή αγόραζε παράνομο λογισμικό. Τι κερδίζει η Intellexa παρέχοντας σε ένα κράτος μια σουίτα παρακολουθήσεων; Η πληροφορία δεν έρχεται απλώς, αλλά γίνεται ανάλυση. Περισσότερα χρήματα και εξάρτηση του πελάτη από το οικοσύστημα της Intellexa» είπε και πρόσθεσε πως «είναι αποκρυσταλλωμένο ότι είναι παράνομη η χρήση του λογισμικού στη χώρα. Παραβιάζει βάναυσα προσωπικά δεδομένα. Αποτελεί απειλή για τον πυρήνα του δημοκρατικού πολιτεύματος γιατί δίνει εξουσίες σε άτομα που δεν θα έπρεπε να τις έχουν και τυχόν χρήση της από κρατικές υπηρεσίες θα πρέπει να αποτελεί σημείο αφύπνισης!».

Ο εισαγγελικός λειτουργός έκανε εκτενή αναφορά στο θεσμικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε με τον νόμο του 2018 περί επιτελικού κράτους, εστιάζοντας στον ρόλο του γενικού γραμματέα του πρωθυπουργού, μένοντας στον ορισμό του Γρηγόρη Δημητριάδη στη συγκεκριμένη θέση και στο γεγονός ότι στο πλαίσιο αυτό η ΕΥΠ ήταν υπό την ευθύνη του, ενώ την ίδια ώρα αναφέρθηκε στον διορισμό του Παναγιώτη Κοντολέοντα στην ηγεσία της υπηρεσίας, επισημαίνοντας ότι από την πρώτη στιγμή διατυπώθηκαν σοβαρές αμφισβητήσεις ως προς την πλήρωση των τυπικών προσόντων του.

Σε άλλο σημείο της αγόρευσής του ο Δ. Παυλίδης αναφέρθηκε στις διαδρομές και τα πρόσωπα που, σύμφωνα με την έρευνα, συνδέονται με την υπόθεση, αλλά και στον ρόλο του εμπόρου όπλων Σταύρου Κομνόπουλου, περιγράφοντας μια αλληλουχία επαφών: «Είχε επαφές με τον Μπίτζιο, που είχε επαφές με τον Λαβράνο, που είχε επαφές με τον Δημητριάδη. Ετσι πάει…» είπε.

Ο ίδιος δεν παρέλειψε να σχολιάσει με έντονο ύφος και το γεγονός ότι η δίκη αυτή διεξήχθη σε τέτοιου είδους δικαστήριο. «Αν οι πράξεις είχαν χρόνο τέλεσης λίγο αργότερα, δεν θα ήμασταν εδώ. Αυτή η υπόθεση δεν ήταν για μονομελές δικαστήριο, φαίνεται από τον αριθμό των εγγράφων και των μαρτύρων, εν πάση περιπτώσει…» είπε με νόημα. Αναφορικά δε με τις διπλές παρακολουθήσεις ο εισαγγελικός λειτουργός είπε ότι «από 87 επιβεβαιωμένες επιμολύνσεις, το 1/3 παρακολουθούνταν από την ΕΥΠ», λέγοντας με ύφος πως το στοιχείο αυτό είναι «σύμπτωση που έχει σημασία».

Ο εισαγγελέας απέρριψε τον ισχυρισμό της υπεράσπισης ότι η αποστολή των μολυσμένων μηνυμάτων συνιστά απλώς προπαρασκευαστική πράξη, επισημαίνοντας ότι από τον τρόπο λειτουργίας του Predator προκύπτει πλήρης απόπειρα τέλεσης των αδικημάτων. Οπως ανέλυσε, ο δράστης έχει ήδη υλοποιήσει το εγκληματικό σχέδιο με την κατασκευή και επαναλαμβανόμενη αποστολή του συνδέσμου, ενώ από το θύμα απαιτείται μόνο μια ελάχιστη ενέργεια, γεγονός που δεν αναιρεί την ποινική βαρύτητα της πράξης. Παράλληλα στάθηκε στις σοβαρές δυσχέρειες της έρευνας λόγω της πυκνότητας και πολυπλοκότητας του δικτύου εταιρειών, των συνεχών αλλαγών επωνυμιών και των εδρών σε φορολογικούς παραδείσους, τονίζοντας ότι η Cytrox ουσιαστικά εντάχθηκε στην Intellexa από το 2018 με μεταφορά υποδομών και προσωπικού.

Ειδική μνεία έγινε στη λειτουργία της Intellexa Α.Ε. στην Ελλάδα, η οποία, παρά τη «βιτρίνα» μιας τυπικής εταιρείας με εργαζόμενους, έδρα και παρουσία σε εκθέσεις, εμφάνιζε εσωτερικά στεγανά και ασάφεια ως προς τη σύνδεση προϊόντων και συμφωνιών μέσω ρητρών εμπιστευτικότητας. Αντίστοιχα για την εταιρεία Krikel περιγράφηκε ένα σχήμα τυπικής εκπροσώπησης χωρίς ουσιαστική διοίκηση, με τον φερόμενο ως νόμιμο εκπρόσωπο να εμφανίζεται περιστασιακά, ενώ τις πραγματικές διαπραγματεύσεις και αποφάσεις φέρεται να λάμβανε άλλο πρόσωπο. Με αυτόν τον τρόπο ο εισαγγελέας προσπάθησε να αναδείξει ένα πλέγμα εταιρικών σχέσεων χωρίς σαφή διαχωρισμό συμφερόντων, υποστηρίζοντας ότι οι δραστηριότητες της Intellexa σε Ελλάδα, Κύπρο και Ιρλανδία συνδέονται άμεσα μεταξύ τους τόσο σε επίπεδο μετοχικής σύνθεσης όσο και οικονομικών συναλλαγών.