Με απόδοση ευθυνών και στην ΕΛ.ΑΣ. για την κατάληξη του Γιώργου Λυγγερίδη, από πλευράς της αναπληρώτριας εισαγγελέα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, ολοκληρώθηκε η δεύτερη μέρα διεξαγωγής της δίκης για την υπόθεση της φερόμενης εγκληματικής οργάνωσης της Θύρας 7 του Ολυμπιακού, που περιλαμβάνει τη δολοφονία του αστυνομικού των ΜΑΤ.
Η αναπληρώτρια εισαγγελέας, απευθυνόμενη στον επικεφαλής της διμοιρίας στην οποία ανήκε ο Γ. Λυγγερίδης, αναρωτήθηκε για ποιο λόγο εξαρχής -ενώ υπήρχε από πριν η πληροφορία ότι οι οργανωμένοι οπαδοί σχεδίαζαν επίθεση εναντίον των ΜΑΤ και όχι άλλης αστυνομικής δύναμης- εκείνοι βρέθηκαν στο σημείο, ενώ, συνεχίζοντας τον συλλογισμό της, αναρωτήθηκε γιατί δεν αποχώρησαν αμέσως μετά τον τραυματισμό του θύματος, με τον μάρτυρα να απαντάει πως «αποχώρηση θα σήμαινε παράβαση καθήκοντος» και έκανε λόγο για ανθρωποκτόνο επίθεση.
Αν. Εισαγγελέας: Αφού ξέρατε ότι θέλανε να επιτεθούν στα ΜΑΤ, γιατί πήγατε; Οι άλλοι αστυνομικοί δεν δέχτηκαν επιθέσεις, ούτε εκείνοι μέσα στο γήπεδο, ούτε έξω από αυτό. Είχατε στηθεί και περιμένατε ανθρωποκτόνο επίθεση σε βάρος σας;
Μάρτυρας: Ναι. Ξεφεύγει από τη δικιά μου την αρμοδιότητα αυτό.
Αν. Εισαγγελέας: Γιατί δεν φύγατε;
Μάρτυρας: Δεν μπορούσαμε να φύγουμε, η αποχώρηση θα σήμαινε παράβαση καθήκοντος. Διαταχθήκαμε να είμαστε εκεί.
Αν. Εισαγγελέας: Μιλάμε για έναν θάνατο που θα μπορούσε να αποφευχθεί. Εκεί δεν προστατεύατε κάποιον άλλον. Σε εσάς επιτέθηκαν.
Μάρτυρας: Δεν έφυγα εγώ από το σπίτι μου να πάω εκεί. Με διέταξαν να πάω εκεί. Υπερασπίζομαι τη δημόσια υπηρεσία, την ιδιωτική περιουσία.
Αν. Εισαγγελέας: Μα, μας λέτε ότι στόχευαν εσάς, όχι δημόσια ή ιδιωτική περιουσία.
Περιγράφοντας λεπτό προς λεπτό τη νύχτα της δολοφονικής επίθεσης, ο επικεφαλής της διμοιρίας κατέθεσε μια εικόνα οργανωμένης, μαζικής και στοχευμένης επίθεσης, με χαρακτηριστικά που «δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για ανθρωποκτόνο πρόθεση». Οπως ανέφερε ο ίδιος, δεν είχε άμεση οπτική επαφή με τον κύριο όγκο των επιτιθέμενων, καθώς βρισκόταν σε απόσταση περίπου 500 μέτρων.
Οι περίπου 200 επιτιθέμενοι, σύμφωνα με την κατάθεσή του, κινήθηκαν «συμπαγείς», φωνάζοντας συνθήματα όπως «θα σας σκοτώσουμε όλους», ενώ λίγο μετά τις 21.20 εκτοξεύθηκε η πρώτη φωτοβολίδα, την οποία απέδωσε σε πρόσωπο με ηγετικό ρόλο. «Πέταξαν φωτοβολίδα στον αέρα, μετά εκρηκτικό που έκανε κρότο και από εκεί ξεκινούν οι επιθέσεις», σημείωσε. Οπως είπε, υπήρχαν άτομα που σημάδευαν και άλλα που αναλάμβαναν ανεφοδιασμό. Παρά την αντεπίθεση με δακρυγόνα, οι επιθέσεις συνεχίστηκαν, με τον μάρτυρα να επισημαίνει ότι πίσω από τις δυνάμεις των ΜΑΤ ήταν χώρος όπου υπήρχαν οικογένειες. «Το πήραμε επάνω μας για να μην έχουμε τραυματισμό πολίτη», τόνισε.
Η δεύτερη επίθεση ήταν «πιο δυνατή», με χτυπήματα τόσο από μπροστά όσο και από τα πλάγια. «Χάσαμε από την ποσότητα των υλικών, όχι από τον αριθμό τους», ανέφερε, επιμένοντας ότι ο όγκος των πυρομαχικών ήταν ασυνήθιστος και υπερβολικός.
Καθοριστική στιγμή αποτέλεσε η ευθεία βολή της ναυτικής φωτοβολίδας που χτύπησε τον Γιώργο Λυγγερίδη. «Είδαμε την τροχιά της και τη βλέπουμε να καρφώνεται στο πόδι του Γιώργου. Ημουν δίπλα του, δεξιά του. Εκεί ο χρόνος σταματάει για εμάς», κατέθεσε. Οπως είπε, ο τραυματισμένος αστυνομικός τον εκλιπαρούσε να του αφαιρέσουν τη φωτοβολίδα, ενώ οι επιθέσεις συνεχίζονταν αμείωτες.
Λόγω της μικρής απόστασης βολής, η καύση της φωτοβολίδας δεν είχε εκτονωθεί, με αποτέλεσμα, όπως περιέγραψε, «να του τα καίει όλα μέσα». Ακόμη και όταν ο Γιώργος βρισκόταν στο έδαφος, οι επιθέσεις συνεχίστηκαν. «Αρχισαν να φωνάζουν “μπράβο, τα καταφέραμε”. Οι ιαχές χαράς ήταν πολλές», ανέφερε, περιγράφοντας τη ρίψη τριών μολότοφ, εκ των οποίων η μία χτύπησε ξανά τον τραυματία. «Το μπουκάλι τον εκτίναξε, είδα το πόδι του να σηκώνεται», είπε.
Απαντώντας σε ερωτήσεις, ο μάρτυρας υποστήριξε ότι οι βολές ήταν «σκοπευμένες, για να σκοτώσουν», ενώ ανέφερε ότι ο αριθμός των φωτοβολίδων ήταν «διψήφιος» παρά το γεγονός ότι από το σημείο συλλέχθηκαν ευρήματα που αφορούσαν επτά σε αριθμό.
Σχετικά δε με προηγούμενη αναφορά στο πρόσωπό του, ότι εκείνος ήταν αυτός που είπε πως ο αστυνομικός διευθυντής Πειραιά φυγάδευσε οργανωμένους οπαδούς μέσα από το γήπεδο, ο μάρτυρας είπε πως σε μεταγενέστερη σύσκεψη στο υπουργείο «ένας αστυνομικός που ήταν μέσα στο γήπεδο είπε ότι ζήτησαν από τη διεύθυνση του Πειραιά να συνδράμει και ο διευθυντής αρνήθηκε. Στη συνέχεια πήρε τον λόγο έτερος αστυνομικός και είπε ότι άκουσε ότι υπήρχε διαρροή ατόμων και ότι κάποιος αξιωματικός έβγαλε άτομα έξω».
Ακριβώς πριν από τον επικεφαλής της διμοιρίας είχε καταθέσει συνάδελφος του Γιώργου Λυγγερίδη, που βρισκόταν δίπλα του τη στιγμή της επίθεσης. Οπως ανέφερε, λίγο πριν από την έναρξη του αγώνα υπήρξε ενημέρωση για έξοδο περίπου 200 ατόμων, οπλισμένων με μολότοφ και φωτοβολίδες. «Ηρθαν μαζικά και συντεταγμένα. Δεν ήταν τσούρμο», είπε.
Η οικογένεια
Νωρίτερα στο βήμα του μάρτυρα βρέθηκαν ο πατέρας και η αδελφή του θύματος. Ο πατέρας μίλησε για έναν νέο άνθρωπο με διαδρομή και επιλογές, περιγράφοντας τον γιο του ως άριστο μαθητή, που επέλεξε συνειδητά να ενταχθεί στην Αστυνομία «όχι για την εξουσία, αλλά για να προσφέρει», όπως είπε.
Ο μάρτυρας με τη σειρά του χαρακτήρισε και αυτός την επίθεση οργανωμένη και στοχευμένη. «Δεν σκότωσαν έναν μπάτσο. Σκότωσαν τη Δημοκρατία», είπε. Αναφερόμενος στον Ολυμπιακό, ο μάρτυρας σημείωσε: «Αυτό το σωματείο δεν έλεγξε ποιους είχε; Τους εγκληματίες; Που παίρνουν λεφτά από καντίνες που πουλάνε εισιτήρια;».
«Ο αδελφός μου έφυγε σε ένα πεζοδρόμιο χτυπημένος να καίγεται και να αιμορραγεί. Γιατί έφυγε στο πεζοδρόμιο σε μια χώρα που έχουμε ειρήνη;», είπε απευθυνόμενη στο δικαστήριο η αδελφή του Γ. Λυγγερίδη. Η μάρτυρας έκανε και εκείνη λόγο για συντονισμένη επίθεση.
«Ηξεραν ότι θα υπάρχει αστυνομία. Ηθελαν να σκοτώσουν αστυνομικό. Aπλά σηκώθηκαν, βγήκαν από το γήπεδο, ρώτησαν “πού είναι η διμοιρία” και πήγαν. Πήγαν εκεί οργανωμένα. Κάποιοι από μπροστά, κάποιοι από τα πλάγια. Αν αυτό δεν ήταν οργανωμένο, τι ήταν;».
