Τον διαχωρισμό της δικογραφίας ως προς το σκέλος της δολοφονίας του αστυνομικού Γιώργου Λυγγερίδη αποφάσισε το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων. Η υπόθεση που αφορά τη φερόμενη εγκληματική οργάνωση οπαδών θα συνεχίσει να εκδικάζεται κανονικά για όλες τις πράξεις του κατηγορητηρίου, πλην εκείνων που σχετίζονται με τη δολοφονία, η οποία σημειώθηκε τον Δεκέμβριο του 2023 στην περιοχή του Ρέντη.
Η απόφαση των δικαστών ελήφθη μετά από ένσταση από την πλευρά της υπεράσπισης που ζήτησε διαχωρισμό της δικογραφίας ως προς την υπόθεση της δολοφονίας. Σκεπτικό της ένστασης ήταν ότι η απόφαση της δικαιοσύνης για τον θεωρούμενο φυσικό αυτουργό της δολοφονίας, τον 20χρονο σήμερα, που πέταξε την φωτοβολίδα, δεν έχει καταστεί αμετάκλητη και επομένως δεν μπορεί το δικαστήριο να δικάσει τους κατηγορούμενους ως ηθικούς αυτουργούς και συνεργούς.
Ο 20χρονος έχει καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό με απόφαση του ΜΟΔ Πειραιά. Οι δικαστές, με αρνητική εισαγγελική εισήγηση που ζήτησε απόρριψη της, αποδέχθηκαν τις αιτιάσεις της ένστασης και αποφάσισαν να διαχωρίσουν τη δικογραφία ως προς το σκέλος αυτό. Κατόπιν αυτού ανέβαλαν την εκδίκαση, για το συγκεκριμένο σκέλος, μέχρι να καταστεί αμετάκλητη η καταδίκη του 20χρονου. Η δίκη θα διεξαχθεί χωρίς να εξεταστούν τα αδικήματα της ηθικής αυτουργίας και της συνέργειας στην ανθρωποκτονία του αστυνομικού.
Η δίκη διεξάγεται στην ειδικά διαμορφωμένη αίθουσα στις φυλακές Κορυδαλλού η δίκη για την υπόθεση Λυγγερίδη, με κατηγορούμενους τον πρόεδρο, στελέχη της ΠΑΕ Ολυμπιακός αλλά και οργανωμένους οπαδούς της Θύρας 7, στην οποία, σύμφωνα με το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, έχουν παραπεμφθεί να καθίσουν στο εδώλιο 147 κατηγορούμενοι, ενώ θα καταθέσουν 215 μάρτυρες. Η δίκη, αν και ήταν προσδιορισμένη για αρχές Δεκεμβρίου, δεν έχει ξεκινήσει, καθώς οι δικηγόροι διαμαρτύρονται για τις συνθήκες της αίθουσας και ζητούν τη μεταφορά της διαδικασίας στην αίθουσα τελετών του Εφετείου Αθηνών.
Το βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών παρέπεμψε σε δίκη τον ισχυρό άνδρα του Ολυμπιακού, Βαγγέλη Μαρινάκη, και τέσσερις αντιπροέδρους της ΠΑΕ (Γιάννη Μώραλη, Κώστα Καραπαπά, Μιχάλη Κουντούρη και Δημήτρη Αγραφιώτη) όχι για ηθική αυτουργία, όπως ανέφερε το διαβιβαστικό της ΕΛ.ΑΣ., αλλά για κατηγορίες σε βαθμό πλημμελήματος: χρηματοδότηση εγκληματικής οργάνωσης και υποκίνηση αθλητικής βίας, με τις επιβαρυντικές διατάξεις του αθλητικού νόμου.
«Ήταν στρατιωτικό χτύπημα με πάρα πολύ οπλισμό»
«Κάποιοι ανεγκέφαλοι που δεν γνώριζαν το παιδί μου, είπαν ότι θα το σκοτώσουν “επειδή είναι μπάτσος”. Άνθρωποι που δεν προσφέρουν τίποτα στην κοινωνία» κατέθεσε η μητέρα του αστυνομικού, Ευγενία Στράτου-Λυγγερίδη, η οποία άνοιξε σήμερα τον κύκλο των μαρτυρικών καταθέσεων. Η κ. Λυγγερίδη ζήτησε από το δικαστήριο χρόνο για να μιλήσει, καθώς, όπως ανέφερε, πρόκειται για τη μοναδική φορά που θα καταθέσει. Ο πρόεδρος της έδρας τής υπενθύμισε ότι όσα αφορούν άμεσα τη δολοφονία έχουν αναβληθεί.
Η μάρτυρας εξέφρασε την πεποίθησή της ότι η επίθεση ήταν οργανωμένη και με σκοπό τη δολοφονία αστυνομικών, τονίζοντας ότι τίποτα δεν ήταν τυχαίο και ότι δεν επρόκειτο για μεμονωμένο περιστατικό. Αναφέρθηκε επίσης σε πληροφορίες περί φυγάδευσης ατόμων από τον χώρο του γηπέδου, τις οποίες, όπως είπε, είχε αντλήσει από ειδήσεις και από συναδέλφους του γιου της, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει συγκεκριμένα πρόσωπα.
«Ευτυχώς έφυγε μόνο το παιδί μου. Θα μπορούσαν να έχουν σκοτωθεί και άλλοι. Ήταν στρατιωτικό χτύπημα με πάρα πολύ οπλισμό, με στρατηγική. Χτυπούσαν τη διμοιρία από μπροστά και από το πλάι… αυτοί είναι εγκληματίες. Δεν βρέθηκαν 200 άτομα εκεί τυχαία. Έχουν χρήματα, μπαινοβγαίνουν στα γήπεδα ελεύθερα. Τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Ήταν οργανωμένο, δεν ήταν τυχαίο το χτύπημα του Γιώργου, δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό» είπε.
Κλαίγοντας, η μητέρα του αστυνομικού αναφέρθηκε σε όσα της είπαν «οι συνάδελφοι του Γιώργου μου» για το βράδυ των επεισοδίων:
«Ήταν ευθεία βολή στο πόδι του Γιώργου. Ο όγκος των πυρομαχικών ήταν τεράστιος, ήταν κανονικός πόλεμος. Όταν ο Γιώργος χτυπήθηκε έμεινε όρθιος να κρατά την ασπίδα του. Οι συνάδελφοί του τον έριξαν κάτω για τις πρώτες βοήθειες, ο ίδιος ήξερε από τι έχει χτυπηθεί. Οι άλλοι ζητωκραύγαζαν και συνέχισαν να ρίχνουν. Έριξαν και μολότοφ. Χτυπήθηκε και στο άλλο πόδι ο Γιώργος. Μετά έκαψαν τα σκουφιά τους, τα ρούχα τους, ήξεραν τι έκαναν. Την ώρα που το δικό μου το παιδί ήταν κάτω, ο τότε αστυνομικός διευθυντής του Πειραιά έβγαλε κάποιους έξω από το γήπεδο». Είπε επίσης για τις μητέρες κατηγορουμένων:
«Αυτές οι μάνες έχουν τη δυνατότητα να τους βλέπουν και να τους αγκαλιάζουν. Εγώ δεν θα δεχόμουν ο γιος μου να είναι εγκληματίας…».
Εισαγγελέας: Από που έχετε την πληροφορία αυτή; Ποια πρόσωπα φυγάδευσε;
Μάρτυρας: Από τις ειδήσεις και συναδέλφους του γιου μου. Προφανώς έχουν φυγαδευτεί κάποιοι και δεν έχουν συλληφθεί. Δεν ξέρω ονόματα… απλά και οι συνάδελφοί του γιου μου, μου είπαν ότι ακούγεται στους κύκλους των αστυνομικών, ότι κάποια στελέχη φυγαδεύθηκαν.
Η γυναίκα, εν μέσω λυγμών, είπε στους δικαστές για το τηλεφώνημα που δέχθηκε εκείνο το βράδυ από παιδικό φίλο του γιου της:
«Μου λέει, “κυρία Ευγενία δώστε μου τον κύριο Σάκη”. Εμένα κάτι άρχισε να με τρώει. Δίνω το τηλέφωνο στο σύζυγο και ακούω: “έχει χτυπήσει πολύ; Θα κατέβουμε τώρα”. Έκλεισε το τηλέφωνο ο σύζυγός μου και μου εξήγησε ότι ο Γιώργος έχει χτυπήσει το πόδι του. Τι να μας πουν από το τηλέφωνο… φτάσαμε στο ΚΤΕΛ. Ήμουν σε έξαλλη κατάσταση, ζητούσα ηρεμιστικό και νερό. Πήρε ο υπουργός τον άνδρα μου τηλέφωνο και του είπε ότι έχει χτυπήσει το παιδί. Μας έβαλαν όχημα να μας κατεβάσει. Μας πήγαν στο αστυνομικό μέγαρο Θεσσαλονίκης. Περιμένουμε και περιμένουμε… μας λένε ότι θα έρθει κι ένας ψυχολόγος μαζί σας. Λέω “ψυχολόγος γιατί; Τι έχει πάθει το παιδί;”. Επέμεναν ότι θα μας συνοδεύσει ψυχολόγος. Ρωτούσα “τι θέλεις; Γιατί έρχεσαι μαζί μας;”. Δεν απαντούσε τίποτα. Εγώ πίστευα ότι το παιδί μου έχει φύγει. Γιατί έκαναν όλα αυτά; Έπαιρναν υπουργοί, έβαλαν αμάξι, έφεραν ψυχολόγο…φώναζα εγώ “μη με πάτε εκεί, δεν θέλω”…όταν φτάσαμε έτρεχα σαν τρελή γύρω- γύρω στο προαύλιο. Στο νοσοκομείο υπήρχε ομάδα ψυχολόγων, μας πήραν σε ένα γραφείο και το έκαναν δωμάτιο. Μας έδωσαν τσάγια και ζεστές κουβέρτες. Μάθαμε ότι ο Γιώργος είχε χτυπηθεί πολύ βαριά, ότι υπέστη μεγάλη εγκεφαλική βλάβη. Μου είπαν ότι υπέστη δύο ανακοπές. Λέω “ο Γιώργος μου; Είναι θηρίο! Τα πόδια του ήταν σαν άλογο! Το δικό μου το παιδί ανακοπές;”. Ο Γιώργος όταν τον έφεραν ήταν φουσκωμένος. Λέω γιατί; Ο γιατρός είπε ότι όλο το προωθητικό αέριο μπήκε στο σώμα του και μετά έγινε ανάφλεξη…Πήρε παράταση ζωής ο Γιώργος, το ότι κράτησε 20 μέρες το χρωστά στην πάρα πολύ καλή φυσική του κατάσταση, στους συναδέλφους, στους γιατρούς και στον Θεό. Ενημερωνόμασταν ότι δεν είχε εγκεφαλική λειτουργία. Ήταν όλη η διμοιρία δίπλα μας, όλη η Αστυνομία ήταν εκεί, άγνωστοι άνθρωποι, μία γιαγιά από τον Πόντο μου χάρισε τρεις μπανάνες… Είχα πάρα πολύ μεγάλη συμπαράσταση από τον κόσμο. Εγώ τους έδινα κουράγιο κι εκείνοι την αγκαλιά τους. Οι αστυνομικοί με έβλεπαν σαν μάνα τους κι εγώ σαν παιδιά μου. Στις 27 Δεκεμβρίου, μία ημέρα μετά τα γενέθλιά του μας είπαν να πάμε να τον χαιρετήσουμε…».
