Μία… περίεργη είδηση γνωστοποιήθηκε έπειτα από ανακοίνωση της δικηγόρου Αντωνίας Λεγάκη στα social media. Ειδικότερα, όπως καταγγέλλει η ίδια, καλείται ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου του Δ.Σ.Α. διότι άσκησε κριτική σε δικαστική απόφαση δικαστηρίου και επέμεινε στο δίκιο των εντολέων της – κάτι που συμβαίνει ακόμη και μπροστά σε τηλεοπτικές κάμερες πάρα πολύ συχνά από τους δικηγόρους.
«Έκπληκτη διαβάζω στο κατηγορητήριο ότι εξέφρασα σφοδρή κριτική στο περιεχόμενο δικαστικής απόφασης, ότι δήθεν δεν επιτρέπεται να διατυπώνω δημόσια βεβαιότητα για το βάσιμο των καταγγελιών μου», αναφέρει η Α. Λεγάκη.
«Αυτός ο λαός κατέκτησε με συλλογικούς αγώνες στην κοινωνία, τα δικαιώματα που αργότερα αποτυπώθηκαν στο Σύνταγμα και ισχύουν μέχρι σήμερα. Ένα από αυτά, το δικαίωμα της δημόσιας κριτικής των δικαστικών αποφάσεων. Δεν χρειάζεται να σημειώσω πόσες, ων ουκ έστι αριθμός, παρεμβάσεις έκανε η Δικαιοσύνη μετά από εντονότατη κριτική πολιτών σε προηγούμενες αποφάσεις της. Το παράδειγμα της απεργίας πείνας του Π. Ρούτσι είναι το πιο πρόσφατο», αναφέρει χαρακτηριστικά η μαχόμενη δικηγόρος.
Αναλυτικά η ανακοίνωση – καταγγελία της δικηγόρου
Καλούμαι ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Δ.Σ.Α. για να ελεγχθώ διότι άσκησα δημόσια κριτική σε δικαστική απόφαση και επέμεινα στο δίκιο των εντολέων μου! Διότι δηλ. έπραξα το καθήκον μου και άσκησα συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα.
Έκπληκτη διαβάζω στο κατηγορητήριο ότι εξέφρασα σφοδρή κριτική στο περιεχόμενο δικαστικής απόφασης, ότι δήθεν δεν επιτρέπεται να διατυπώνω δημόσια βεβαιότητα για το βάσιμο των καταγγελιών μου (δηλ. των καταγγελιών των εντολέων που εκπροσωπώ), παρά μόνο εφ’ όσον αρμοδίως επιβεβαιωθούν (!!!), ότι επεδίωξα δια της δημοσιότητας να επηρεάσω τη Δικαιοσύνη (που ήδη είχε αποφανθεί), όλα αυτά χωρίς αναφορά ή παράπονο από την δικάσασα δικαστή που υποτίθεται πως προσέβαλα, και κάπου εδώ καταρρέει το Σύνταγμα και κάθε έννοια Κράτους Δικαίου…
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε όλοι, ότι από τη μεταπολίτευση, όλες οι δικαστικές αποφάσεις εκδίδονται «Στο όνομα του ελληνικού λαού» και ότι οφείλουν να αντανακλούν το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Πώς άραγε θα μπορούσε αυτή η όσμωση να πραγματοποιηθεί εάν ο λαός δεν έχει δικαίωμα κριτικής των δικαστικών αποφάσεων, παρά μόνο μετά από έγκριση των «αρμοδίων Αρχών»; Και τι είδους πολίτευμα θα εγκαθίδρυε μία τέτοια θέση;
Αυτός ο λαός κατέκτησε με συλλογικούς αγώνες στην κοινωνία, τα δικαιώματα που αργότερα αποτυπώθηκαν στο Σύνταγμα και ισχύουν μέχρι σήμερα. Ένα από αυτά, το δικαίωμα της δημόσιας κριτικής των δικαστικών αποφάσεων. Δεν χρειάζεται να σημειώσω πόσες, ων ουκ έστι αριθμός, παρεμβάσεις έκανε η Δικαιοσύνη μετά από εντονότατη κριτική πολιτών σε προηγούμενες αποφάσεις της. Το παράδειγμα της απεργίας πείνας του Π. Ρούτσι είναι το πιο πρόσφατο.
Γι’ αυτό άλλωστε η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων δια του προέδρου της, σημειώνει: «…οι Δικαστικές Ενώσεις δεν μπορούν να απαγορεύσουν το αυτονόητο συνταγματικό δικαίωμα της κριτικής, ακόμα και της άδικης. Απειλές για άσκηση ποινικών ή πειθαρχικών διώξεων σε όσους καταφέρονται κατά συναδέλφων, βρίσκονται μακριά από τις αντιλήψεις μας για τον τρόπο λειτουργίας ενός συλλογικού οργάνου, που θεωρεί την αντίθετη άποψη οξυγόνο της δημοκρατίας…»
Υπέρμαχος αυτής της θέσης θα έπρεπε να είναι ο Δικηγορικός Σύλλογος και όχι να «διυλίζει τον κώνωπα» για να διώξει πειθαρχικά, αντί να συντρέξει το μέλος του.
