Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ένοχοι για τον βασανισμό του Χρήστου Χρονόπουλου μέσα στο Α.Τ. Καλλιθέας το 2007 κρίθηκαν ξανά, από το Μικτό Ορκωτό Εφετείο της Αθήνας οι δύο κατηγορούμενοι αστυνομικοί, Αριστείδης Κόκκινος και Νίκος Σουτόγλου. Η δευτεροβάθμια απόφαση είχε αναιρεθεί από τον Άρειο Πάγο, αλλά η εκδίκαση της αναίρεσης είχε ως αποτέλεσμα την ίδια ποινή στους κατηγορούμενους αστυνομικούς με ομόφωνη δικαστική απόφαση.

Ο Άρειος Πάγος είχε κάνει δεκτή την αναίρεση του ενός κατηγορούμενου, λόγω μη εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, και παρέπεμψε την υπόθεση εκ νέου σε δίκη, ωστόσο οι δύο αστυνομικοί καταδικάστηκαν ξανά και τελεσίδικα σε τρία χρόνια με αναστολή, για τη βαριά σωματική βλάβη που προκάλεσαν στον Χρήστο Χρονόπουλο, 18 ολόκληρα χρόνια μετά τον άγριο βασανισμό του.

Αξίζει να σημειωθεί πως η υπόθεση έχει μεγάλο νομικό ενδιαφέρον, καθώς όπως εξαρχής τόνιζε το γραφείο του Θεοδωρου Μαντα που είχε αναλάβει την υποστήριξη της κατηγορίας,  για πρώτη φορά έγινε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 137Α του Ποινικού Κώδικα που κάνει λόγο για βασανιστήριο κρατουμένου.

Η απόφαση ήταν σύμφωνη με την πρόταση του εισαγγελέα της έδρας και πρώην προϊστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών. Ηλία Ζαγοραίου.

Το χρονικό του βασανισμού

Ο Χρ. Χρονόπουλος, στα 33 του χρόνια, με διαγνωσμένη ψυχική νόσο, δεκαοκτώ χρόνια πριν δεν είχε καμία σωματική βλάβη και κατέληξε ανάπηρος σε ποσοστό άνω του 67%. Οι βασανιστές του τον παρέλαβαν στις 22 Μαΐου 2007 όρθιο και μέσα σε τέσσερις ώρες τον παρέδωσαν σε κωματώδη κατάσταση στο Θριάσιο νοσοκομείο. Έφερε σοβαρότατες κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, αφού τον είχαν σακατέψει στο ξύλο έπειτα από προσαγωγή του στο τμήμα για «παρενόχληση» θαμώνων σε καφετέρια, ο ιδιοκτήτης της οποίας –ήταν αυτός που κάλεσε το 100– τους είχε επισημάνει ότι επρόκειτο για άτομο με ψυχολογικά προβλήματα.

Δύο ώρες μετά την προσαγωγή του στο Α.Τ. Καλλιθέας, κλήθηκε το ΕΚΑΒ, το οποίο παρέλαβε τον Χρήστο Χρονόπουλο – τον οποίο οι αστυνομικοί δήλωσαν με άλλο όνομα – σε κωματώδη κατάσταση και διακομίστηκε στο Θριάσιο Νοσοκομείο όπου και διαπιστώθηκε βαρύτατη κρανιοεγκεφαλική κάκωση. Επιπλέον έφερε παντού μώλωπες και σημάδια κακοποίησης σε όλο του το σώμα.

Εισήχθη στο χειρουργείο όπου και υπεβλήθη σε νευροχειρουργική επέμβαση, νοσηλεύτηκε τρεις μήνες σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας και έξι μήνες συνολικά και τελικά η κακοποίηση προκάλεσε μόνιμη ολική κινητική αναπηρία η οποία διαρκεί μέχρι σήμερα.

Σύμφωνα με το αμετάκλητο παραπεμπτικό βούλευμα που είχε εκδώσει το Συμβούλιο Εφετών, οι αστυνομικοί «χτύπησαν με πρόθεση επανειλημμένως τον προσαχθέντα σε πολλά σημεία του σώματός του με θλώντα αμβλέα όργανα (πιθανόν με σφιγμένες τις γροθιές τους)», με αποτέλεσμα να επέλθει μεταξύ άλλων «βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση που προκάλεσε μεγάλη έκπτωση των νοητικών του λειτουργιών, βραδυψυχισμό, μετατραυματική αμνησία και επιληπτικές κρίσεις».

Το 2019, δώδεκα χρόνια μετά τον άγριο βασανισμό του, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά με ένα σκεπτικό-κόλαφο για τις ευθύνες των αστυνομικών-βασανιστών, που υπερέβησαν όπως τονίζεται ακόμη και «τα ακραία όρια» παρέμβασης, επιδίκασε σε βάρος του ελληνικού δημοσίου χρηματική αποζημίωση για το σωματικό μαρτύριο και την ψυχική δοκιμασία που υπέστη ο Χρήστος.
 
Συγκεκριμένα το δικαστήριο με απόφασή του, που καταδεικνύει και τη βαριά ποινική ευθύνη των αστυνομικών, υποχρέωσε το ελληνικό δημόσιο να καταβάλει αποζημίωση ύψους 200.000 ευρώ καθώς και μηνιαίο ποσό 600 ευρώ, εν είδει επιδόματος, για πέντε χρόνια.

Από την πλευρά του, το ελληνικό δημόσιο προκλητικά αλλά ευτυχώς ανώφελα, καθώς άσκησε έφεση κατά της απόφασης η οποία απορρίφθηκε, ισχυρίστηκε ότι το θύμα ήταν… συνυπαίτιο κατά 95% γι’ αυτό που του συνέβη, αφού τραυματίστηκε από δικές του επικίνδυνες κινήσεις.

Σύμφωνα με το σκεπτικό του πρώτου δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ανέφερε: «…προκύπτει ότι ο Χρήστος Χρονόπουλος υπέστη σοβαρή βλάβη της υγείας του από πράξεις των οργάνων του Δημοσίου στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων τους. Οι σωματικές βλάβες που υπέστη προήλθαν συνεπεία βίαιης συμπεριφοράς που επέδειξαν οι αστυνομικοί κατά τη διάρκεια της σύλληψης και κράτησής του στο ΑΤ Καλλιθέας, όπου ως αστυνομικοί στα καθήκοντα των οποίων αναγόταν η φύλαξη και επιμέλεια του κρατουμένου, ενεργώντας από κοινού κατάφεραν με πρόθεση και επανειλημμένα χτυπήματα στο κεφάλι του, αλλά και σε πολλά σημεία του σώματός του, με θλώντα αμβλέα όργανα, προκαλώντας του πολλαπλές σωματικές κακώσεις και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εξαιτίας της οποίας υπέστη μεγάλη έκπτωση νοητικών λειτουργιών, βραδυψυχισμό, μετατραυματική αμνησία, επιληπτικές κρίσεις, και πλήρη αδυναμία να επιμεληθεί των υποθέσεών του […] τον αντιμετώπισαν με σκληρότητα δυσανάλογη προς τον σκοπό που επιδίωκαν, δεδομένου ότι ήταν άτομο που χρειαζόταν λόγω της ψυχικής του πάθησης, η οποία έγινε αμέσως αντιληπτή, ιδιαίτερη ψυχιατρική αντιμετώπιση με τη συνδρομή κατάλληλων νοσηλευτών […] Η επιλογή της προσφυγής στη βία υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες από τα αστυνομικά όργανα δεν τελεί σε εύλογη σχέση με το συνταγματικό δικαίωμα της σωματικής ακεραιότητας του Χρήστου Χρονόπουλου που επλήγη, αλλά υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας που παρέχεται στα αστυνομικά όργανα να επιλέγουν τον τρόπο παρέμβασής τους και συνιστά παράνομη συμπεριφορά…».
Το δικαστήριο μάλιστα αναφερόμενο στην πραγματική αποστολή των αστυνομικών τόνιζε ότι «ως εγγυητές του εννόμου αγαθού της προσωπικής ασφάλειας θα έπρεπε να διαφυλάττουν τα υπέρτερης αξίας συνταγματικώς κατοχυρωμένα δικαιώματα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της σωματικής ακεραιότητας των πολιτών και να παρεμποδίσουν – εν προκειμένω– την επέλευση του βλαπτικού αποτελέσματος».

Ο Χρήστος Χρονόπουλος πέθανε σε ηλικία 49 ετών, στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου στο Ρίο, τον Σεπτέμβριο του 2023.