Μετά από τέσσερις μέρες κράτησης, ξύλο και βασανιστήρια εντός της ΓΑΔΑ, την Παρασκευή αφέθηκαν ελεύθεροι οι 16 από τους 18 συλληφθέντες της πορείας αλληλεγγύης προς τον παλαιστινιακό λαό. Οι άλλοι δύο, ο ένας δικηγόρος και ο άλλος ανήλικος, είχαν αφεθεί νωρίτερα.
Στους περισσότερους επιβλήθηκε ο περιοριστικός όρος της υποχρέωσης εμφάνισης μία φορά τον μήνα στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής τους ενώ κάποιοι αφέθηκαν απλώς ελεύθεροι. Κάτι τέτοιο μπορεί να καταδεικνύει πως ανακρίτρια και εισαγγελέας δεν υιοθέτησαν το κατηγορητήριο και αντιλήφθηκαν ότι είναι αβάσιμα τα στοιχεία της δικογραφίας, έχοντας μπροστά τους βαριά χτυπημένους ανθρώπους από το όργιο αστυνομικής βίας την περασμένη Τρίτη.
Ωστόσο το γεγονός ότι επιβλήθηκε περιοριστικός όρος σε μια τέτοιου είδους υπόθεση δημιουργεί καθεστώς άτυπης ομηρίας και επισφραγίζει τον σκοπό της κυβέρνησης, που δεν είναι άλλος από την αδρανοποίηση όσων αντιδρούν. Και αυτό γιατί μία από τις πολλές αλλαγές που έχει υποστεί τα τελευταία χρόνια ο Ποινικός Κώδικας αφορά τους περιοριστικούς όρους και το ενδεχόμενο νέας σύλληψης του ατόμου που του έχουν επιβληθεί. Ετσι, αν για παράδειγμα ένας από τους συλληφθέντες στον σωρό σε μια τέτοια έωλη υπόθεση που σέρνεται στα δικαστήρια χωρίς κανένα πειστήριο, συλληφθεί εκ νέου με τον ίδιο τρόπο σε μια διαδήλωση και έχει τον εν λόγω περιοριστικό όρο, θα οδηγηθεί αυτόματα στη φυλακή.
Κατά την ολοκλήρωση της μαζικής διαδήλωσης και ενώ χιλιάδες κόσμου κατέβαιναν τη λεωφόρο Κηφισίας επιστρέφοντας από την ισραηλινή πρεσβεία, δυνάμεις των ΜΑΤ επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά, απρόκλητα και οργανωμένα στο πλήθος με κλομπ, κλοτσιές και μπουνιές, ρίψη χημικών και χειροβομβίδων κρότου-λάμψης.
Οι άντρες της ΕΛ.ΑΣ. επιδόθηκαν σε όργιο αστυνομικής βίας, με δεκάδες από τους διαδηλωτές να καταφεύγουν στα εφημερεύοντα νοσοκομεία με κακώσεις και χτυπήματα σε όλο τους το σώμα. Οπως αποτυπώνεται σε δεκάδες βίντεο που είδαν το φως της δημοσιότητας, αστυνομικοί επιτέθηκαν προσχεδιασμένα με σκοπό να αποκλείσουν μερίδα των διαδηλωτών, να τους ξυλοκοπήσουν και να προβούν σε στοχευμένες συλλήψεις.
Οι ξυλοδαρμοί των διαδηλωτών όμως δεν περιορίστηκαν στον δρόμο, αφού όπως έχει καταγγελθεί, αστυνομικοί ξυλοκόπησαν άγρια έναν Παλαιστίνιο κρατούμενο μέσα στο ασανσέρ της ΓΑΔΑ με αποτέλεσμα να σπάσει το δεξί του πόδι μετά από κλοτσιά, πράγμα για το οποίο δεν έλαβε ιατρική περίθαλψη για πάνω από 8 ώρες, παρότι είχε ήδη εμφανίσει οίδημα.
«Η κυβέρνηση ήθελε να πάρει τη ρεβάνς»
Αντωνία Λεγάκη, εκ των συνηγόρων των συλληφθέντων
Παρότι η επίθεση της αστυνομίας έγινε σε μπλοκ διαδηλωτών παντελώς ειρηνικό και άοπλο και μάλιστα 300 μέτρα από την ισραηλινή πρεσβεία, η αστυνομία φόρτωσε τους συλληφθέντες με κατηγορίες που αφορούν επεισόδια τα οποία δήθεν έγιναν μπροστά στην πρεσβεία. Εκτός από τις κακουργηματικές κατηγορίες η αστυνομία τούς «φόρτωσε» και με χτυπήματα στο κεφάλι, στα χέρια στα πόδια, είχαμε κατάγματα, και είχαμε και κατάγματα που πραγματοποιήθηκαν με ξύλο μέσα στη ΓΑΔΑ, σε Παλαιστίνιο που συνελήφθη. Οι αστυνομικοί υποστηρίζουν, δε, ότι το άνοιγμα του κεφαλιού σε δύο σημεία σε έναν από τους συλληφθέντες έγινε από αγνώστους για άγνωστους λόγους και πριν βρεθεί στο σημείο η αστυνομία, όπως το ίδιο λέει και για τα κατάγματα στα χέρια και στα πόδια των υπολοίπων.
Για εμάς είναι σαφές ότι η κυβέρνηση έδωσε εντολή στην αστυνομία να καταστείλει τους διαδηλωτές για να πάρει τη ρεβάνς και μετά τη νίκη του απεργού πείνας, Πάνου Ρούτσι, και μετά την επιστροφή εν μέσω πανηγυρισμών των αγωνιστών από το Flotilla. Το σήμα ήταν μη σηκώνετε κεφάλι. Για αυτόν τον λόγο έχουν αποδοθεί και τόσο βαριές κατηγορίες, παρότι κανένας αστυνομικός δεν κατέθεσε ότι οι συλληφθέντες είχαν στα χέρια τους πέτρες, ξύλα, μολότοφ ή οτιδήποτε άλλο. Παρ’ όλα αυτά μπορούν ανά πάσα ώρα και στιγμή να κατηγορηθούν για κακούργημα και μάλιστα κάποιοι από αυτούς να φορτωθούν και με ένα «παρών» στο Α.Τ. τον μήνα για κάποια χρόνια μέχρι να γίνει το δικαστήριο. Παρά ταύτα και ευτυχώς οι διαδηλωτές έμειναν ψύχραιμοι και με το κεφάλι ψηλά και η αστυνομία και η ελληνική κυβέρνηση κατέγραψαν άλλη μία στιγμή ένδοξης παρέμβασης στα κεφάλια των πολιτών που δεν τους αρέσει η πολιτική τους.
