Την ενοχή του 40χρονου καθ΄ ομολογία γυναικοκτόνου της Κυριακής Γρίβα ζήτησε η εισαγγελέας της έδρας, Βασιλική Δημοπούλου, απορρίπτοντας, παράλληλα τους ισχυρισμούς της πλευράς του κατηγορούμενου περί μειωμένου καταλογισμού.
Κατά τη διάρκεια της αγόρευσής της έκανε λόγο για μια «αιφνιδιαστική επίθεση» και ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο τελέστηκε με ψυχραιμία, μεθοδικότητα και νηφαλιότητα.
Η εισαγγελική λειτουργός, την ώρα που η μητέρα της Κυριακής ξεσπούσε σε κλάματα, μίλησε για ακραία βία του 40χρονου κατά της Κυριακής, για να συμπληρώσει ότι από το μένος του «έφτασε στο σημείο να της σπάσει και τα οστά της.
Ζήτησε να κριθεί ένοχος για την ανθρωποκτονία και το πλημμέλημα της οπλοφορίας – οπλοχρησίας, και να αθωωθεί για το πλημμέλημα της παράνομης χρήσης ναρκωτικών ουσιών.
Η κ. Δημοπούλου αναφέρθηκε στη ζωή της Κυριακής, περιέγραψε την προσωπικότητα, τα παιδικά χρόνια και το οικογενειακό της περιβάλλον. Επισήμανε πως η 28χρονη μεγάλωσε σε ήρεμο και υγιές περιβάλλον, παρότι οι γονείς της ήταν χωρισμένοι, ενώ τη χαρακτήρισε ως ένα κορίτσι ευγενικό, ηθικό και τίμιο, που είχε διάθεση προσφοράς προς τον κοινωνικό της περίγυρο. «Ήταν ένα παιδί με όνειρα, καλοσυνάτο, με καθαρές προθέσεις», είπε χαρακτηριστικά.
Κακοποιητική συμπεριφορά
Μίλησε εκτενώς για την σχέση της Κυριακής με τον 40χρονο και την κακοποιητική του συμπεριφορά, όπως αυτή καταγράφηκε στις καταθέσεις τόσο συγγενών της 28χρονης όσο και άλλων μαρτύρων.
Η εισαγγελέας αναφέρθηκε σε τοποθετήσεις μαρτύρων που ανέφεραν ότι ο 40χρονος ασκούσε απόλυτο έλεγχο στην Κυριακή – την παρακολουθούσε συνεχώς και τη χειραγωγούσε. Η αδελφή της 28χρονης είχε παρατηρήσει σημάδια στο πρόσωπό της από χτυπήματα, ενώ περιέγραψε και περιστατικό όπου ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε επειδή είχε βγει να διασκεδάσει χωρίς αυτόν.
Καταπέλτης ήταν σχετικά με τη συμπεριφορά του γυναικοκτόνου απέναντι στην Κυριακή, σημειώνοντας είχε αναπτύξει παθολογική εμμονή και ήθελε να έχει τον απόλυτο έλεγχο στη ζωή της. «Ο κατηγορούμενος την αντιλαμβανόταν ως κτήμα του», επιδιώκοντας συστηματικά να την απομακρύνει από το φιλικό και κοινωνικό της περιβάλλον – και τελικά το κατάφερε» είπε και πρόσθεσε πως ο έλεγχος που ασκούσε ήταν διαρκής, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να της χαρίσει smartwatch ώστε να μπορεί να παρακολουθεί τις κινήσεις της. «Ήξερε πότε επιβιβαζόταν στο λεωφορείο και είχε πλήρη εικόνα των μετακινήσεών της».
Αναφερόμενη στη διακοπή της εγκυμοσύνης της Κυριακής, η εισαγγελική λειτουργός σημείωσε ότι στο δικαστήριο ακούστηκαν δύο εκδοχές: η μία έκανε λόγο για βιασμό και η άλλη για έκτρωση που προκλήθηκε λόγω της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου. Παρότι το περιστατικό ήταν τραυματικό, περίπου ένα μήνα μετά υπήρξε επανασύνδεση του ζευγαριού – κάτι που, όπως σημείωσε η εισαγγελέας, συνέβη επανειλημμένα, καθώς το ζευγάρι περνούσε από κύκλους χωρισμού και επανασύνδεσης.
Κατά το έτος 2023, ο κατηγορούμενος φέρεται να αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει τρεις φορές και νοσηλεύτηκε στο ψυχιατρικό νοσοκομείο Δαφνί. Η Κυριακή, όπως ανέφερε η εισαγγελέας, είχε πλέον εξαντληθεί συναισθηματικά, καθώς καλούνταν διαρκώς να διαχειριστεί την ψυχολογική αστάθεια και τα προβλήματα του κατηγορουμένου, σε βάρος της δικής της ψυχικής υγείας.
Η επιστολή
Ρίγη προκάλεσε και η ανάγνωση αποσπάσματος από προσωπική επιστολή της Κυριακής από την εισαγγελέα: Ήθελα να ζήσουμε πολλά μαζί, αλλά δεν αντέχω άλλο σε αυτή τη σχέση. Έδωσα ό,τι είχα, αλλά δεν αντέχω άλλο. Προσπαθούσα να σε θέλω, να σε αγαπάω, να μη σε φοβάμαι. Σε ενδιαφέρει αν θα βάλω φούστα ή τζιν; Αν αργήσω με το λεωφορείο; Θέλεις να τα θεωρώ αυτά φυσιολογικά… Δεν θέλω κάποιον που με την πρώτη ευκαιρία βρίζει, φωνάζει και σπάει πράγματα. Ήθελα πολύ να αλλάξεις… Δεν ξέρω αν θα αλλάξεις στο μέλλον, αλλά εγώ δεν θα είμαι εκεί για να το δω». Η εισαγγελέας ολοκλήρωσε τη συγκλονιστική ανάγνωση με τη φράση: «Και δεν ήταν. Αυτή είναι η τραγική ειρωνεία».
Τα τελευταία δραματικά λεπτά
Περιγράφοντας τις τελευταίες στιγμές της Κυριακής Γρίβα, η Βασιλική Δημοπούλου σκιαγράφησε την απόλυτη φρίκη.
«Εκεί ξεκινούν τα δύο τελευταία λεπτά της ζωής της», ανέφερε. «Ο κατηγορούμενος είχε ήδη σταθμεύσει τη μηχανή του και της επιτέθηκε μόλις δύο μέτρα από το φυλάκιο του σκοπού. Τη χτύπησε με σφοδρότητα και αγριότητα, σε διάφορα σημεία του σώματός της. Το θύμα κατέρρευσε αιμόφυρτο στο δρόμο».
Στη συνέχεια, η εισαγγελέας επικαλέστηκε τα στοιχεία από την πραγματογνωμοσύνη των ψηφιακών πειστηρίων, τα οποία, όπως είπε, «καταδεικνύουν ότι ο κατηγορούμενος ενήργησε με πλήρη ψυχραιμία, μεθοδικότητα και απόλυτο έλεγχο των πράξεών του». Αναλύοντας καρέ-καρέ τις κινήσεις του, τόνισε πως «ο κατηγορούμενος, ο οποίος επικαλείται μειωμένο καταλογισμό, επιτέθηκε με πέντε μαχαιριές. Στο διάστημα των 28 δευτερολέπτων που δεν καταγράφεται στην κάμερα, κι ενώ ο φρουρός εμφανίζεται στα 35 δευτερόλεπτα, έχει ήδη καταφέρει τις δύο πρώτες μαχαιριές». Με βάση αυτά τα δεδομένα, η εισαγγελέας ζήτησε την απόρριψη του ισχυρισμού περί μειωμένου καταλογισμού, επιμένοντας πως η πράξη δεν ήταν προϊόν ψυχικής διαταραχής αλλά συνειδητή και οργανωμένη.
Υπογράμμισε, ακόμη, την βιαιότητα της επίθεσης λέγοντας «η ένταση των χτυπημάτων ήταν τέτοια που έφτασε να της σπάσει οστά με το μαχαίρι. Η πράξη του δεν ήταν παρορμητική, ήταν αποφασισμένη. Μετά τον φόνο, αυτοτραυματίστηκε στον λαιμό, όμως αφοπλίστηκε γρήγορα και διαπιστώθηκε πως τα τραύματα ήταν επιφανειακά, χωρίς να έχει πειραχθεί κανένα σημαντικό αγγείο».
Και κατέληξε: «Γιατί αυτοτραυματίστηκε; Επειδή είχε επίγνωση του τι έκανε. Ήξερε πως είχε σκοτώσει. Είχε πλήρη αντίληψη και δεν ήθελε να πεθάνει, αλλιώς θα το είχε κάνει – όπως σκότωσε εκείνη. Το έκανε για να δημιουργήσει εντυπώσεις, να εμφανιστεί ως ψυχικά διαταραγμένος, να αποσπάσει επιείκεια. Ο κατηγορούμενος έχει εμμονή με την Κυριακή. Η ζήλεια του δεν είναι απλή. Είναι παθολογική. Αγάπη; Δεν ξέρω πώς να το χαρακτηρίσω», είπε η εισαγγελέας, αφήνοντας την τελευταία φράση της να αιωρείται μέσα στη δικαστική αίθουσα.
