Υστερα από δικαστική ομηρία τεσσεράμισι χρόνων ξεκίνησε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών η δίκη της οικογένειας Καττή και δύο οικογενειακών φίλων τους που ήρθαν αντιμέτωποι με αλόγιστη βία από την πλευρά της αστυνομίας μετά το πογκρόμ που εξαπέλυσε η ΕΛ.ΑΣ. στα Σεπόλια στις 17 Νοεμβρίου 2020.
Στο εδώλιο του κατηγορουμένου βρίσκονται ο Δημήτρης Καττής, τα δύο παιδιά του Ορέστης και Λυδία, αλλά και δύο οικογενειακοί φίλοι, οι Νικόλας Καβακλής και Μάκης Λιβάνης. Και οι πέντε από θύματα βαφτίστηκαν θύτες. Υπενθυμίζεται πως η δίκη είχε σχεδόν ολοκληρωθεί, όμως λόγω παύσης της προέδρου τής τότε έδρας, εξαιτίας καθυστερήσεων σε υποθέσεις που είχε αναλάβει, άρχισε χθες και πάλι από την αρχή.
Στο βήμα του μάρτυρα ανέβηκαν τέσσερις αστυνομικοί, από τους οποίους οι τρεις υπηρετούσαν στην ομάδα ΔΡΑΣΗ και ήταν ανάμεσα σε αυτούς που συνέλαβαν τον Ορέστη Καττή στην πιλοτή της πολυκατοικίας του και ο τέταρτος υπηρετούσε στο Α.Τ. Κολωνού και ήταν μπροστά στο καρδιακό επεισόδιο που υπέστη ο Δ. Καττής.
Και οι τέσσερις μάρτυρες υπέπεσαν σε σωρεία αντιφάσεων, με τις καταθέσεις τους στην ακροαματική διαδικασία να διαφέρουν τόσο σε σχέση με τις προανακριτικές τους καταθέσεις όσο και σε σχέση με τα όσα υποστήριξαν στην πρώτη δίκη, τους δικηγόρους των κατηγορουμένων να υπογραμμίζουν τις διαφορετικές εκδοχές και την πρόεδρο να απαντά ότι όλα αυτά αξιολογούνται, αφού τα πρακτικά της προηγούμενης διαδικασίας είναι στη διάθεσή της και, όπως φάνηκε από τις ερωτήσεις που υπέβαλε στους μάρτυρες, τα έχει μελετήσει ενδελεχώς.
Αξίζει να σημειωθεί πως και οι τρεις αστυνομικοί της ομάδας ΔΡΑΣΗ δεν κατάφεραν να τεκμηριώσουν ενώπιον του δικαστηρίου γιατί μετέβησαν στα Σεπόλια ενώ η κλήση που έλαβαν ήταν να πάνε στο Α.Τ. Κολωνού, με δεδομένο ότι το σημείο που βρέθηκαν από το Πολυτεχνείο όπου ξεκίνησαν δεν αποτελεί πέρασμα προς το τμήμα, αλλά είναι σε τελείως διαφορετικό σημείο και αρκετά μακριά. Ολοι επικαλέστηκαν πως… δεν ήξεραν την περιοχή και για άγνωστους λόγους δεν χρησιμοποίησαν gps, ενώ μάταια προσπάθησαν να πείσουν ότι η εντολή που έλαβαν ήταν για τους δρόμους γύρω από το τμήμα, ερχόμενοι και πάλι σε πλήρη αντίθεση με τα όσα είχαν καταθέσει παλαιότερα.
Μάρτυρας: Κληθήκαμε να πάμε στην ευρύτερη περιοχή του Κολωνού
Συνήγορος υπεράσπισης: Στην πρώτη σας κατάθεση λέτε ότι κληθήκατε στο Α.Τ. για συγκεντρωμένα άτομα.
Μάρτυρας: Πηγαίναμε προς το Α.Τ. που ήταν δίπλα στο μετρό. Δεν γνωρίζαμε την περιοχή, θα μπορούσαμε να ήμασταν σε οποιοδήποτε στενό.
Εντύπωση προκάλεσε μεταξύ άλλων και η κλιμάκωση που έγινε στις αφηγήσεις των τριών μαρτύρων που ήταν στην πιλοτή της πολυκατοικίας αναφορικά με τα αντικείμενα που πετάχτηκαν προς το μέρος τους από τους διαδηλωτές, με τον έναν να κάνει λόγο για δύο πέτρες, τον άλλον για πολλές πέτρες και μάρμαρα από τα οποία τραυματίστηκε κιόλας στο στήθος -παρά το αλεξίσφαιρο γιλέκο που του παρέχει η εξάρτυση της στολής- και τον τελευταίο να διανθίζει ακόμα περισσότερο την περιγραφή του προσθέτοντας στις πέτρες και στα μάρμαρα καδρόνια και μπουκάλια, πράγματα που κατά τις προηγούμενες καταθέσεις δεν είχε αναφέρει ποτέ. Μάλιστα οι μάρτυρες ανέφεραν αρκετές φορές πως οι συγκεντρωμένοι φώναζαν συνθήματα για το Πολυτεχνείο.
Πρόεδρος: Σας ενόχλησαν τα συνθήματα για το Πολυτεχνείο;
Μάρτυρας: Οχι.
Συνήγορος υπεράσπισης: Αλλα θα δείτε στα πρακτικά της προηγούμενης δίκης, κα πρόεδρε.
Σημειώνεται πως κατά την πρώτη και ανολοκλήρωτη δίκη οι μάρτυρες αστυνομικοί υποστήριζαν ότι έγιναν αποδέκτες ύβρεων επειδή οι συγκεντρωμένοι φώναζαν συνθήματα για το Πολυτεχνείο, με την τότε έδρα να απορεί και να ρωτάει -χωρίς να λαμβάνει καμία απάντηση- γιατί θεωρούσαν βρισιά τα συνθήματα για την επέτειο της 17ης Νοεμβρίου.
Ο τέταρτος μάρτυρας, ο οποίος ήταν στο Α.Τ. Κολωνού, αρνήθηκε ότι κλότσησε τον Δ. Καττή στο στήθος πριν πάθει καρδιακό επεισόδιο, παραδέχτηκε όμως ότι δεν άφηνε το ασθενοφόρο με τον κατηγορούμενο να φύγει, παρά το κρίσιμο της κατάστασης της υγείας του, αν δεν του έφερναν την ταυτότητά του. «Πήγαν να τον συλλάβουν αλλά έπαθε εγκεφαλικό, κάτι τέτοιο. Προσπαθήσαν συνάδελφοι να τον χειροπεδήσουν, αντιστεκόταν και έπρεπε να ασκηθεί βία» είπε.
Συνήγορος υπεράσπισης: Κλοτσήσατε τον Δ. Καττή στο στήθος;
Μάρτυρας: Οχι.
Συνήγορος υπεράσπισης: Γνωρίζετε ότι ο Δ. Καττής έπαθε ανακοπή ενώπιόν σας;
Μάρτυρας: Οχι.
Συνήγορος υπεράσπισης: Ξέρετε τι έγινε;
Μάρτυρας: Οχι.
Συνήγορος υπεράσπισης: Λέγατε στην κατάθεσή σας ότι ξάπλωσε και σας έλεγε «είμαι καρδιοπαθής, φέρτε ασθενοφόρο».
Μάρτυρας: Ο,τι έχω πει.
Συνήγορος υπεράσπισης: Ζητήσατε να φέρει την ταυτότητά του η γυναίκα του;
Μάρτυρας: Εννοείται.
Συνήγορος: Αυτό το κάνατε ακόμα και σε βάρος της υγείας του που κινδύνευε εκείνη την ώρα και δεν αφήνατε το ασθενοφόρο να φύγει;
Μάρτυρας: Δεν ξέρω τι πρόβλημα είχε ο άνθρωπος. Αλλά αν έφευγε και πήγαινε στο νοσοκομείο και τον έχανα, θα είχα εγώ πρόβλημα.
Μάλιστα σε μια αποστροφή του λόγου του ερωτώμενος ο μάρτυρας για το αν τον χτύπησε η Λυδία Καττή, απάντησε με μια δόση σεξισμού και ολοφάνερα ερχόμενος σε δύσκολη θέση: «Το να με χτυπήσει κάποια γυναίκα δεν είναι… Αν είχα χτυπήσει, θα είχα πάει νοσοκομείο, τέλος πάντων».
