Στο κενό έπεσε η προσπάθεια του Αρείου Πάγου να κατευνάσει τις σφοδρές αντιδράσεις που προκάλεσε στους κόλπους της Δικαιοσύνης η πρωτοβουλία της προέδρου του ανώτατου δικαστηρίου, Ι. Κλάπα, να ζητήσει τον πειθαρχικό έλεγχο για τον εισαγγελέα και την ανακρίτρια που χειρίστηκαν την υπόθεση του κυκλώματος διαφθοράς που δρούσε στην Πολεοδομία της Ρόδου για την από κοινού απόφασή τους να αφεθούν ελεύθεροι, μετά την απολογία τους, οι επτά κατηγορούμενοι. «Η ελευθερία της γνώμης του δικαστή δεν πρέπει να συγχέεται με το ανέλεγκτο», ήταν το νόημα της ανακοίνωσης του Αρείου Πάγου που υπογράφει ο εκπρόσωπος Τύπου, Παναγιώτης Λυμπερόπουλος, επιχειρώντας να αιτιολογήσει ακόμη μία –επιλεκτική– παρέμβαση στην κρίση των δικαστών με την απειλή πειθαρχικών διώξεων.
«Πρέπει να καταστεί σαφές προς κάθε κατεύθυνση ότι η ελευθερία της γνώμης κάθε δικαστή και εισαγγελέα κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ανεξαρτήτως βαθμού, είναι θεμελιώδες στοιχείο της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του, η οποία όμως δεν μπορεί και δεν πρέπει να συγχέεται με το ανέλεγκτο», σημείωνε η ανακοίνωση που υπέγραφε ο αρεοπαγίτης, αποσιωπώντας ωστόσο πως η κρίση ενός δικαστικού λειτουργού κατά την άσκηση των καθηκόντων του δεν αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα, ενώ υπάρχουν, κατά τον νόμο, δικονομικά εργαλεία για επανέλεγχο της δικανικής κρίσης.
Η απάντηση του ανώτατου δικαστηρίου ήρθε μετά την ανακοίνωση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων η οποία υπενθύμιζε ότι η κρίση των δικαστών για την επιβολή μέτρων δικονομικού καταναγκασμού δεν αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα αλλά και πως «η προσωρινή κράτηση επιβάλλεται κατ’ εξαίρεση σε κατηγορούμενο για κακούργημα, όχι ως προκαταβολική ποινή, αλλά μόνο ως μέσο διασφάλισης της παρουσίας του στο δικαστήριο ή αποτροπής τέλεσης νέων εγκλημάτων».
Μάλιστα, σημείωνε αιχμηρά πως η εξατομικευμένη κρίση του δικαστή «δεν μπορεί να εντάσσεται ούτε να συγχέεται με τον παραδειγματικό χαρακτήρα μηνυμάτων περί επιβολής της “νομιμότητας”, που πρόσφατα είδαμε να εκπέμπονται από την εκτελεστική εξουσία». Για να καταλήξει: «Σήμερα περισσότερο από ποτέ στεκόμαστε στο πλευρό των συγκεκριμένων συναδέλφων, όπως και κάθε συναδέλφου που με προσωπικό κόστος, επιστημονική σπουδή και αιτιολογημένη κρίση υλοποιεί καθημερινά στην πράξη τη δικαστική ανεξαρτησία».
Για πλήγμα στην συνταγματικά κατοχυρωμένη λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία των δικαστών έκανε λόγο η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδας. Στην ανακοίνωσή της η ΕΕΕ σημείωσε πως η παραγγελία για πειθαρχικό έλεγχο και «η ευρεία γνωστοποίησή της» οδηγεί σε «διαρκή αμφισβήτηση τον θεσμό, τροφοδοτώντας την κακόβουλη και απαξιωτική συζήτηση περί δήθεν αδυναμίας και ανεπάρκειας των λειτουργών της» και τελικά «βλάπτει την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και την ίδια τη δημοκρατία».
«Και οι κρίνοντες κρίνονται και ελέγχονται», σημειώνει αιχμηρά η Ολομέλεια των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, συγκαλώντας σήμερα εκτάκτως το όργανο «για να λάβει αποφάσεις για περαιτέρω αντιδράσεις απέναντι στις συμπεριφορές της ηγεσίας του Αρείου Πάγου». Η Ολομέλεια κάνει λόγο για συστηματική ποδηγέτηση του δικαιοδοτικού έργου των δικαστών «υπό τη δαμόκλειο σπάθη του πειθαρχικού ελέγχου»: «Χωρίς τη γνώση των στοιχείων της δικογραφίας, μεσούσης της κατά νόμο μυστικής ποινικής προδικασίας, η ηγεσία του Αρείου Πάγου επιχειρεί να ελέγξει την κρίση του νόμιμου δικαστή της υπόθεσης», συμπληρώνει, ενώ υπογραμμίζει πως με αυτόν τον τρόπο το ανώτατο δικαστήριο «παραβιάζει ευθέως τη συνταγματικά και υπερνομοθετικά κατοχυρωμένη αρχή του φυσικού δικαστή […] αλλά και τη συνταγματικά κατοχυρωμένη προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία των δικαστών».
Ανακοίνωση εξέδωσε και η Ενωση Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων, τονίζοντας πως «η εκ των υστέρων κρίση δικαστικών αποφάσεων μέσω πειθαρχικών ελέγχων, όπως δυστυχώς επιχειρείται να συμβεί στην “υπόθεση της Πολεοδομίας της Ρόδου”, εγκυμονεί σημαντικούς κινδύνους για την ορθή απονομή και την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης».
