Τον Μάιο του 2023 μία Κολομβιανή γυναίκα με το όνομα Amariles ζήτησε τη βοήθεια των ισπανικών αρχών για να καταγγείλει ένα διεθνές κύκλωμα μαστροπείας, στα δίχτυα του οποίου είχε πέσει και η ίδια και την εξανάγκαζε να εκδίδεται σε οίκους ανοχής της Αθήνας, μέχρι να καταφέρει να δραπετεύσει. Η ίδια γυναίκα επέστρεψε στην Ελλάδα να καταθέσει και έναν μήνα αργότερα, στις 30 Ιουνίου, σε συντονισμένη επιχείρηση και με την εποπτεία της Interpol, η αστυνομία προχωρούσε στην αστυνομική επιχείρηση που πήρε το όνομά της. Για αυτή την υπόθεση με την κωδική ονομασία «Αμαρυλλίς» σήμερα βρίσκονται στη φυλακή τέσσερις από συνολικά 26 κατηγορούμενους: η διαβόητη «Μαρίνα» των οίκων ανοχής, ο σύντροφός της Μ.Δ. και ακόμη δυο άτομα που κατηγορούνται ως επικεφαλής των δύο κυκλωμάτων τράφικινγκ με αλληλένδετη δράση και συνεργασία που εντοπίστηκαν να εκμεταλλεύονται γυναίκες από τη Λατινική Αμερική.
Στην πραγματικότητα, το κύκλωμα είχε καταγγελθεί ήδη από το 2022 στην Υποδιεύθυνση Αντιμετώπισης Οργανωμένου Εγκλήματος και Εμπορίας Ανθρώπων, όταν έφτασε στην υπηρεσία ένα ανώνυμο e-mail από γυναίκα που ανέφερε ότι υπήρξε και εκείνη θύμα εκμετάλλευσης. «Η πλειονότητα των υποθέσεων για τα κυκλώματα τράφικινγκ, κατά 90%, ξεκινά από ανώνυμες καταγγελίες», σημείωσε ο Κ., αξιωματικός της υποδιεύθυνσης, ο πρώτος και μοναδικός μάρτυρας που κατέθεσε χθες στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων.
«Ολες οι πληροφορίες που μας δόθηκαν επιβεβαιώθηκαν κατά 100%» συμπλήρωσε. Ο μάρτυρας ήταν ανάμεσα στους αστυνομικούς που έκαναν επιτήρηση, παρακολουθώντας τη δράση του κυκλώματος σε περιοχές του αθηναϊκού κέντρου, και έκανε έφοδο την ημέρα της εξάρθρωσης, σε οίκους ανοχής των οδών Φυλής και Φωκαίας.
Η εισαγγελέας
Εντύπωση προκάλεσαν οι ερωτήσεις της εισαγγελέως της έδρας, η οποία εξέτασε την κατηγορία της εμπορίας προσώπων για να διαπιστώσει την έλλειψη συναίνεσης των γυναικών. «Υπήρχε κάποιος έξω από τα δωμάτιά τους να τις φυλάει; Μπορούσαν να φύγουν;», «Δεν ξέρω τι απειλές είχαν δεχθεί. Ηταν με σκυμμένο το πρόσωπο, δεν έδειχναν χαρούμενες» αντέτεινε ο μάρτυρας. Περιέγραψε μάλιστα πως κάθε φορά που έφευγαν από τους οίκους ανοχής, τις περίμενε ένα αμάξι που τις συνόδευε, καθιστώντας σαφές πως δύσκολα θα μπορούσαν να διαφύγουν. «Θα μπορούσε ένας να σταματήσει 30 γυναίκες που ήθελαν να ξεφύγουν;», ρωτήθηκε ο μάρτυρας, για να απαντήσει «φαντάζομαι όχι αν γινόταν συντονισμένη προσπάθεια», σχολιάζοντας ωστόσο, στη συνέχεια, πως στα κυκλώματα τράφικινγκ τα θύματα δεν χρειάζεται να βρίσκονται σε καθεστώς πλήρους υποδούλωσης, αλλά πως αρκεί ο εξαναγκασμός μέσω εκφοβισμού, απειλών αλλά και μέσω της παρακράτησης των νόμιμων διαβατηρίων τους, όπως κατήγγειλαν οι γυναίκες.
Από τις εφόδους σε οίκους ανοχής, 51 Κολομβιανές γυναίκες-θύματα εντοπίστηκαν. Από αυτές, μόλις οι 11 κατέθεσαν ως θύματα εμπορίας ανθρώπων. Σε ερώτηση της υπεράσπισης γιατί οι αστυνομικοί δεν έλαβαν καταθέσεις από τις υπόλοιπες, αφήνοντας έτσι αιχμές πως οι γυναίκες εργάζονταν οικειοθελώς και άρα δεν είχαν τίποτα να καταγγείλουν, ο μάρτυρας υποστήριξε: «Με έναν τόσο μεγάλο αριθμό γυναικών, δεν είναι απαραίτητο πως είναι όλες συνεργάσιμες. Προέρχονται από δύσκολες περιοχές, το Μεδεγίν της Κολομβίας, για παράδειγμα, όπου οι άνθρωποι δεν εμπιστεύονται την αστυνομία. Δύσκολο να καταθέσουν γιατί φοβούνται. Σας εξηγώ τους λόγους για το γιατί μια γυναίκα δεν καταθέτει. Επίσης οι συνάδελφοι παρέμειναν στην υπηρεσία 54 ώρες να παίρνουν καταθέσεις…».
