ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Εύα Παπαδοπούλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μπορεί να ελέγχονται εκατοντάδες, αλλά τελικά καταλήγει να τιμωρείται μόλις ένας στους δέκα. Οι υπόλοιπες 9 υποθέσεις με πειθαρχικά ελεγχόμενους αστυνομικούς καταλήγουν στο αρχείο. Αυτό συμπεραίνει για την αστυνομική βία και αυθαιρεσία των αντρών της ΕΛ.ΑΣ. η ειδική έκθεση του Εθνικού Μηχανισμού Διερεύνησης Περιστατικών Αυθαιρεσίας για το 2022, που παρουσίασε ο Συνήγορος του Πολίτη για πέμπτη συνεχή χρονιά.

Πού οφείλεται αυτό; Ο Μηχανισμός καταγράφει μια σειρά από παρατυπίες και εξόφθαλμες παραλείψεις από μεριάς των αρμόδιων οργάνων κατά τη διάρκεια της διενέργειας των πειθαρχικών ελέγχων: είτε πρόκειται για ελλιπή και μονομερή καταγραφή συμβάντων, είτε για επιλεκτική αναφορά σε στοιχεία, ακόμη και αδράνεια για συλλογή κρίσιμου αποδεικτικού υλικού. Στην πράξη, τα πειθαρχικά όργανα φαίνεται να χειρίζονται τις υποθέσεις αυτές με σοβαρότητα που είναι αντιστρόφως ανάλογη της βαρύτητας των όσων καταγγέλλουν τα θύματα: οι 6 στις 10 υποθέσεις που επεξεργάστηκε ο Συνήγορος αφορούν προσβολή σωματικής ακεραιότητας ή προσωπικής ελευθερίας. Συνολικά 28 από τις 204 υποθέσεις που χειρίστηκε ενείχαν ρατσιστικό κίνητρο και διακρίσεις, ενώ 25 υποθέσεις αφορούσαν βασανιστήρια – ο αριθμός αυτός μάλιστα αυξήθηκε σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.

Αν και η νέα έκθεση του ΣτΠ παρατηρεί μείωση των καταγραφόμενων περιστατικών σε σχέση με τα προηγούμενα δύο χρόνια, αυτή αποδίδεται στην άρση των μέτρων περιορισμού που είχαν επιβληθεί κατά τη διάρκεια της πανδημίας και είχαν ως αποτέλεσμα σωρεία καταγγελιών για άσκηση βίας και αστυνομικής αυθαιρεσίας υπό το πρόσχημα της πανδημίας. Τα προηγούμενα χρόνια άλλωστε σημαδεύτηκαν από ένα κρεσέντο αστυνομικής αυθαιρεσίας, με περιστατικά βίας σε πλατείες, περιστολή του δικαιώματος στη συνάθροιση και καθολικές απαγορεύσεις. Κατά το 2022, τα καταγραφόμενα περιστατικά συνδέθηκαν, όπως παρατηρεί η έκθεση, με τη μαζική παρουσία συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων στον δημόσιο χώρο (σε συναυλίες, διαμαρτυρίες, καταλήψεις).

Η έκθεση αφιερώνει σελίδες επί σελίδων για να περιγράψει εκτενώς την απουσία ουσιαστικής διερεύνησης τρανταχτών υποθέσεων αστυνομικής βίας και ασυδοσίας

Αναφορά γίνεται και στις καταγγελίες για παράνομες επαναπροωθήσεις, που έφτασαν τις 16 για το 2022. Την ίδια στιγμή, μόλις 2 υποθέσεις προήλθαν από το Λιμενικό Σώμα και την Ελληνική Ακτοφυλακή, ενώ συστηματική αποδεικνύεται η αποχή της Γενικής Γραμματείας Αντεγκληματικής Πολιτικής που για ακόμη μία χρονιά δεν διαβίβασε στην Αρχή καμία υπόθεση για πράξεις ή παραλείψεις των υπαλλήλων των φυλακών πανελλαδικά.

Η πλειονότητα των υποθέσεων ωστόσο που αναλύει ο Συνήγορος και εξετάζει τη θεσμική διερεύνησή τους προέρχεται από την ΕΛ.ΑΣ. Από τις 113 σχετικές υποθέσεις που επεξεργάστηκε ο Μηχανισμός για το προηγούμενο έτος, αναγνωρίστηκε πειθαρχική ευθύνη μόνο σε 16 από αυτές. Μόλις στις τέσσερις πραγματοποιήθηκε ουσιαστική διερεύνηση για ρατσιστική συμπεριφορά και μεταχείριση από μεριάς των αστυνομικών, παρά το γεγονός πως από το σύνολο των υποθέσεων που αποτέλεσαν αντικείμενο μελέτης του Μηχανισμού, η πλειονότητα αφορούσε καταγγελίες για ρατσιστική συμπεριφορά, είτε ως αυτοτελές κίνητρο είτε ως επιμέρους.

«Βολικοί εχθροί» και ποινές-χάδι

Το εύρημα γίνεται ακόμη πιο ανησυχητικό όταν αναλογιστεί κανείς το προφίλ των περισσότερων ατόμων που κατήγγειλαν αστυνομική αυθαιρεσία: γυναίκες, Ρομά, αλλοδαποί, ανήλικα παιδιά και νέοι, που καταγγέλλουν ακόμη και παραβιάσεις κατά της ανθρώπινης ζωής.

Μοιραία, η έρευνα παρατηρεί πως η επαναλαμβανόμενη στοχοποίηση των συγκεκριμένων πληθυσμιακών ομάδων τις καθιστά ένα είδος «βολικών εχθρών» -εσωτερικών και εξωτερικών- και προϊδεάζει και ως προς τα πρόσωπα που παραδοσιακά μπαίνουν στο στόχαστρο της ΕΛ.ΑΣ. και δεν έφτασαν ποτέ στο σημείο να καταγγείλουν. Το ίδιο υπογραμμίζει και η έκθεση, που κάνει λόγο για δημιουργία «γκρίζων ζωνών» που αποθαρρύνουν τα θύματα από το να μιλήσουν.

Τα παραπάνω δεν αντίκεινται μόνο στις αξιώσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), αλλά και στις δεσμεύσεις της ΕΛ.ΑΣ. και του υπουργείου Προστασίας του Πολίτη που εμφατικά μεν δηλώνει τη συστηματική προσπάθεια που καταβάλλει για την αποτροπή αυτών των περιστατικών ρατσιστικής βίας και την ενδελεχή διερεύνησή τους, αλλά στην πράξη λάμπει διά της απουσίας του. Το υπουργείο μάλιστα «χρωστάει» στον Συνήγορο του Πολίτη επικαιροποιημένα στοιχεία για την πειθαρχική διερεύνηση καταγγελιών για αστυνομική κακομεταχείριση. Αυτό, επισημαίνει η έκθεση, έχει απαιτήσει και η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης, αφού η Ελλάδα βρίσκεται σε αυξημένη επιτήρηση λόγω του ιστορικού των καταδικαστικών αποφάσεων σε βάρος της.

Εξίσου απούσες είναι και οι πειθαρχικές κυρώσεις, αφού, όπως προκύπτει από την έκθεση, η αρχειοθέτηση των πειθαρχικών ελέγχων είναι μόνιμη πρακτική της ΕΛ.ΑΣ. Εντονη, χαρακτηρίζει ο Συνήγορος, την προτίμησή της υπέρ της άσκησης προκαταρκτικών πειθαρχικών ερευνών έναντι πειθαρχικών διώξεων, ακόμη και όταν έχει να χειριστεί σοβαρότατες καταγγελίες θυμάτων.

Ας δούμε όμως πώς χειρίστηκαν οι αρμόδιες υπηρεσίες τις 16 υποθέσεις στις οποίες αναγνωρίστηκαν το 2022 πειθαρχικά παραπτώματα:

● σε τέσσερις υποθέσεις προτάθηκε η επιβολή της ποινής της αργίας με απόλυση

● σε έντεκα υποθέσεις επιβλήθηκε πρόστιμο

● σε μία η ποινή ήταν… επίπληξη

«Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων», τονίζει ο Συνήγορος, «η διοικητική διερεύνηση καταλήγει σε πρόταση για αρχειοθέτηση της υπόθεσης, εγείροντας το ερώτημα εάν οι πειθαρχικά ελεγχόμενοι αντιμετωπίζονται με την προσήκουσα αυστηρότητα, όπως αξιώνει η νομολογία του ΕΔΔΑ, για την αποτροπή επανάληψης παρόμοιων συμπεριφορών στο μέλλον».

Είναι μία εύλογη παρατήρηση αν υπολογίσει κανείς τα συνήθη «κωλύματα» που επισημαίνονται στην έκθεση κατά την πειθαρχική διερεύνηση της ΕΛ.ΑΣ.: ελλιπής συλλογή αποδεικτικού υλικού, αδράνεια, αποφυγή αξιολόγησης και αξιοποίησης του αποδεικτικού υλικού, ακόμη και θεσμική παράκαμψη του Συνηγόρου του Πολίτη με έκδοση πειθαρχικών αποφάσεων χωρίς καν να έχει προηγηθεί το δικό του πόρισμα. Οσο για τις μαρτυρικές καταθέσεις, ίσως το πιο ουσιώδες σημείο της αποδεικτικής διαδικασίας, όχι απλά συρρικνώνονται όλο και περισσότερο, αλλά περιορίζονται στον κύκλο των γνωστών «βολικών» μαρτύρων, οι οποίοι είναι αστυνομικοί, είτε εμπλεκόμενοι είτε όχι.

Kαταλογίζεται ακόμη αμεριμνησία ως προς τη νομολογία του ΕΔΔΑ και άρνηση για διεξοδική και αποτελεσματική έρευνα των υποθέσεων την ώρα που οι αποφάσεις του είναι δεσμευτικές ειδικά για την Ελλάδα που έχει καταδικαστεί επανειλημμένα στο παρελθόν.