Το τελευταίο εικοσιτετράωρο πριν από τον θάνατο της Τζωρτζίνας, στις 29 Ιανουαρίου 2021, η 9χρονη βρισκόταν στο Νοσοκομείο Παίδων «Αγλαΐα Κυριακού». Κατά τη διάρκεια της παραμονής της εκεί εμφάνισε συνολικά τέσσερα επεισόδια ταχυκαρδίας πριν τη βρουν τελικά οι γιατροί νεκρή στον θάλαμο νοσηλείας της. Τα μέλη του ιατρονοσηλευτικού προσωπικού που είχαν αναλάβει τη φροντίδα της Τζωρτζίνας ήταν παρόντα στο τέλος των επεισοδίων, οπότε έβλεπαν πάντα τα αποτελέσματά τους στο παιδί και ποτέ την αρχή τους, όπως εξήγησε χθες η ειδικευόμενη γιατρός Δέσποινα Ταταριώτη στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο.
Η ειδικευόμενη γιατρός είχε επέμβει σε συνολικά τρία επεισόδια που έπαθε η Τζωρτζίνα πριν από τον θάνατο της. Η γιατρός περιέγραψε στους δικαστές τις τελευταίες ώρες της Τζωρτζίνας μέσα στο Νοσοκομείο Παίδων όπου εξέπνευσε αλλά και την «ψύχραιμη» συμπεριφορά της μητέρας της αμέσως μετά. Εξηγώντας την κλινική εικόνα του παιδιού, η μάρτυρας κατέθεσε πως τα επεισόδια ταχυκαρδίας ήταν σύντομα και με τη χορήγηση οξυγόνου από τους γιατρούς επανερχόταν άμεσα, ενώ οι καρδιολογικές εξετάσεις στις οποίες υποβλήθηκε ήταν φυσιολογικές, χωρίς να προκύπτουν στοιχεία που θα εξηγούσαν τον αιφνίδιο θάνατό της.
Η Ρούλα Πισπιρίγκου από την πρώτη στιγμή ισχυρίζεται πως ουδέποτε έβλαψε τα παιδιά της και πως οι θάνατοι των τριών παιδιών ήταν αποτέλεσμα ιατρικού λάθους ή αμέλειας και όχι αποτέλεσμα δικής της εγκληματικής ενέργειας. Αυτή είναι και η υπερασπιστική γραμμή που ακολουθεί στην παρούσα δίκη όπου αντιμετωπίζει κατηγορίες για ανθρωποκτονία τετελεσμένη και σε απόπειρα της μεγαλύτερης κόρης της.
Λίγες ώρες πριν καταλήξει, το παιδί παρουσίασε ένα ακόμη επεισόδιο. Ηταν η στιγμή που η Ρούλα Πισπιρίγκου «προανήγγειλε» στους γιατρούς ένα «μεγάλο επεισόδιο» που θα ακολουθούσε: «Σε κάποια φάση μας είπε η μαμά: “Το μεγάλο επεισόδιο με τη βραδυκαρδία δεν το έχει κάνει ακόμη, θα δείτε”. Μου έκανε εντύπωση αυτή η φράση, δεν ασχολήθηκα όμως παραπάνω», είπε η γιατρός και τόνισε πως την επόμενη ημέρα ενημερώθηκαν πως τα μεσάνυχτα η μητέρα είχε πει στους γιατρούς εφημερίας πως το παιδί υπέστη ένα ακόμη επεισόδιο, όμως εξετάζοντας το παιδί βρήκαν την κατάστασή του σταθερή.
Εισαγγελέας: Το «μεγάλο επεισόδιο» που σας είπε η μητέρα το έκανε το παιδί;
Μάρτυρας: Το παιδί είχε επεισόδια ταχυκαρδίας, όχι βραδυκαρδίας. Το τι εννοούσε η μητέρα λέγοντας «μεγάλο επεισόδιο» δεν το ξέρω. Ολα τα επεισόδια κράτησαν τρία λεπτά.
Η κατηγορούμενη αιτιολογεί τη συγκεκριμένη φράση, λέγοντας πως αυτό που είπε ήταν «ένα καμπανάκι προς τους γιατρούς», μία προειδοποίηση ώστε να έχουν τεταμένη την προσοχή τους, γιατί από προηγούμενα επεισόδια ήξερε ότι το παιδί έκανε τρία επεισόδια με ταχυκαρδίες και στη συνέχεια ένα μεγαλύτερο, με βραδυκαρδία. Ωστόσο για τους γιατρούς παραμένει καρδιολογικά ανεξήγητο πώς το παιδί υπέστη ανακοπή, ενώ η καρδιά του ήταν οχυρωμένη με απινιδωτή και λάμβανε την κατάλληλη αγωγή.
Η οριστική ανακοπή της Τζωρτζίνας έγινε το μεσημέρι της 29ης Ιανουαρίου. Οπως έχουν τονίσει μέχρι στιγμής όλοι οι γιατροί τού «Παίδων», που έχουν ανεβεί στο βήμα του μάρτυρα, μόνο η μητέρα ήταν παρούσα στο δωμάτιο της Τζωρτζίνας όταν εκείνη κατέληξε. «Ηταν περίπου 14:30 η ώρα. Εγώ τότε έδινα εξιτήριο σε άλλο παιδί και μία νοσηλεύτρια με ενημέρωσε ότι κάτι συμβαίνει πάλι με την Τζωρτζίνα. Ακούω πίσω μία νοσηλεύτρια να φωνάζει» αφηγήθηκε η γιατρός.
Για περίπου μιάμιση ώρα οι γιατροί και οι νοσηλευτές προσπαθούσαν να επαναφέρουν το παιδί στη ζωή κάνοντας καρδιοπνευμονική αναζωογόνηση . Στις 15:50 καταγράφηκε η ώρα θανάτου: «Βγήκα από τον θάλαμο και συλλυπήθηκα τη μητέρα και με ευχαρίστησε σε μια κάπως τυπική διαδικασία […] Η μητέρα ήταν πολύ ψύχραιμη, δεν έκλαιγε, δεν είχε κάποια αγωνία, δεν έλεγε τι συμβαίνει με το παιδί μου», υπογράμμισε η γιατρός περιγράφοντας τις αντιδράσεις της 34χρονης στις τελευταίες στιγμές του παιδιού.
Η γιατρός αργότερα συνέλεξε αίμα από το παιδί, σε περίπτωση που ζητηθεί για εξετάσεις. Στις τοξικολογικές εξετάσεις που έγιναν αργότερα, τελικά ανιχνεύθηκε κεταμίνη στον οργανισμό της Τζωρτζίνας, που σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα ήταν η κατασταλτική ουσία με την οποία δολοφονήθηκε από τη Ρούλα Πισπιρίγκου. Για τους γιατρούς τού «Παίδων», η ουσία ήταν άγνωστη και, σύμφωνα με το σκεπτικό του βουλεύματος, η μητέρα της ήταν η μόνη που βρισκόταν δίπλα στην κόρη της κατά το μισάωρο που χρειάζεται ώστε η κεταμίνη σε μεγάλη ποσότητα να δράσει και να είναι θανατηφόρα.
