Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ελλείψεις που ήταν καταλυτικές για την φονική πυρκαγιά στο Μάτι ανέδειξε ο Μανώλης Τσαλιαγκός, υπάλληλος του δήμου Ραφήνας – Πικερμίου στο Τμήμα Πολιτικής Προστασίας που κατέθεσε σήμερα στο Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Ο μάρτυρας ήταν ο πρώτος που βρέθηκε στο σημείο της πυρκαγιάς στην περιοχή της Ραφήνας με σκοπό να συντονίζει τις επίγειες δυνάμεις που προσπαθούσαν να επιχειρήσουν στο σημείο, αναδεικνύοντας κατά την κατάθεση του τις ολιγωρίες του κρατικού μηχανισμού.

«Εντόπισα τον καπνό και μέσω ασυρμάτου ειδοποίησα το “199”. Ήταν περίπου 16:39 μ.μ. Μίλησα στο Κέντρο αλλά δεν έλαβα απάντηση. Ξεκίνησα με το όχημα και ειδοποίησα τα άλλα οχήματα ώστε να επιχειρήσουμε στο σημείο», κατέθεσε. Όπως είπε ο κ. Τσαλιαγκός, από την πρώτη στιγμή, λόγω της υψηλής θερμοκρασίας και των ισχυρών ανέμων κατάλαβε πως η πυρκαγιά ήταν τόσο δυνατή που δεν θα έσβηνε εκείνη την ημέρα, ενώ τα μέσα που διέθεταν ήταν ελλιπή για την ολοκληρωτική κατάσβεση τής:

«Είχαμε λίγα οχήματα πυροσβεστικής, όμως αν έκαναν ρίψεις νερού εναέρια μέσα, η φωτιά δεν θα είχε προχωρήσει και δεν θα είχε φτάσει στο Μάτι. Ήταν τρομακτικό το “περπάτημα” της φωτιάς», συνέχισε. Προβλήματα προέκυψαν και από το λιμενικό σώμα αφού, σύμφωνα με τον μάρτυρα, πλοία κατά το κρίσιμο διάστημα της πυρκαγιάς άφηναν επιβάτες στο λιμάνι της Ραφήνας, χωρίς να έχουν εικόνα για το μέγεθος του κινδύνου. Έτσι, οι υπάλληλοι της Πολιτικής Προστασίας που προσπαθούσαν να απομακρύνουν τους πολίτες με ασφάλεια δυσκολεύονταν ακόμη περισσότερο να διαχειριστούν το πλήθος που συνέρεε στη στεριά: «Θα μπορούσαν τα πλοία να κάτσουν δύο ώρες έξω από το λιμάνι, ή να αφήσουν τον κόσμο στο Λαύριο ή τον Πειραιά. Όταν δύο πλοία ξεφορτώνουν ανθρώπους υπάρχει σύγχυση. Αυτό συμβαίνει ακόμη και υπό φυσιολογικές συνθήκες, πόσο μάλλον σε αυτή την περίπτωση».

Ο ίδιος, πέρα από τον ρόλο του επικεφαλής των αντρών της πυροσβεστικής που επιχειρούσαν στη Ραφήνα, ήταν ο «σύνδεσμος» με το ΕΣΚΕ, προσπαθώντας για ώρες να επικοινωνήσει με τους αρμόδιους, διαβιβάζοντάς τους την εικόνα που έβλεπε στο πεδίο και ζητώντας τους να συνδράμουν στην περιοχή εναέρια μέσα, χωρίς όμως να λαμβάνει απάντηση.

Συνήγορος υπ. κατηγορίας: Καλέσατε το ΕΣΚΕ στο «199», υπήρχε απάντηση;

Μάρτυρας: Όχι, δεν κατάφερα. Μόνο σε κάποια φάση που εγώ ζήτησα εναέρια απάντησαν «ελήφθη».

Συνήγορος υπ. κατηγορίας: Όταν διαπιστώσατε ότι το κέντρο λειτουργεί και απαντάει, σας ζήτησε την εικόνα που έχετε στο πεδίο;

Μάρτυρας: Όχι.

Συνήγορος υπ. κατηγορίας: Δεν σας απάντησε ποτέ ξανά το ΕΣΚΕ;

Μάρτυρας: Όχι.

«Οι αξιωματικοί ζητούσαν δυνάμεις και ήταν αγανακτισμένοι. Περίμεναν δυνάμεις που δεν ήρθαν ποτέ γιατί ήταν μηδενικές. Παρακαλούσαν, όπως ένα παιδί ζητά πίσω το παιχνίδι του. Βλέπαμε ο ένας στο βλέμμα του άλλου την απόγνωση», κατέληξε.

Ακριβώς αυτή την εικόνα απόγνωσης μετέφερε στο δικαστήριο και ο δεύτερος μάρτυρας που κατέθεσε, ένας πυροσβέστης και κάτοικος στο Κόκκινο Λιμανάκι. Ο Γ.Α., ο οποίος είχε ήδη σχολάσει από το πόστο του στο πυροσβεστικό σώμα, είδε, λίγα λεπτά μετά το ξέσπασμα της πυρκαγιάς, καπνούς και ειδοποίησε αμέσως την Πυροσβεστική και το ΕΣΚΕ: «Ενημέρωσα τον αξιωματικό υπηρεσίας ότι αυτή είναι η περιοχή μου και μπορώ να είμαι στο πόστο μου σε 10 λεπτά. Δεν με κάλεσαν».