Ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος για τους υπεύθυνους της καταστροφής στο Μάτι ζήτησε χθες η Ζωή Κωνσταντοπούλου από το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών. Ηταν η τρίτη κατά σειρά δικάσιμος που η πρώην πρόεδρος της Βουλής κατέθετε ως μάρτυρας κατηγορίας, και, επικαλούμενη την έλλειψη συντονισμού και τη μη ανάληψη ευθυνών από την τότε ηγεσία, τόνισε πως εντοπίζονται αξιόποινες κακουργηματικές πράξεις, που, όπως είπε, πρέπει να διερευνηθούν από το δικαστήριο.
«Σε κάθε μια από τις επετείους, μετά από κάθε όνομα, οι κάτοικοι φώναζαν δικαίωση. Και φέτος μετά από κάθε όνομα ακουγόταν η λέξη κακούργημα. Τώρα δεν υπάρχει ούτε δικαίωση, ούτε κακούργημα – και αν δεν υπάρξουν, αυτό που θα αποκρυσταλλωθεί σαν απόσταγμα είναι πως θα μπορούν να καούν κι άλλοι, να θυματοποιηθούν κι άλλοι, να πονούν κι άλλοι από τα τραύματά τους. Η μισή Εύβοια κατακάηκε με αρχηγό τον άνθρωπο που αυτή τη στιγμή ελέγχεται [σ.σ. τον κατηγορούμενο Στέφανο Κολοκούρη]», σχολίασε σε υψηλούς τόνους, στηλιτεύοντας πως άτομα που κατηγορούνται για την καταστροφή έκτοτε ανέβηκαν ιεραρχικά.
Επισήμανε μάλιστα πως στη μηνυτήρια αναφορά που κατέθεσε στον Αρειο Πάγο λίγες μέρες μετά τη φονική πυρκαγιά, στις 6 Αυγούστου του 2018, για την αναβάθμιση των ποινών, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην ανάγκη άρσης επικοινωνιών των εμπλεκομένων τον κρίσιμο χρόνο της πυρκαγιάς, αφού επικοινωνίες μεταξύ επιχειρησιακά υπεύθυνων και οι εντολές που δόθηκαν απουσιάζουν από τη δικογραφία, απουσία που επισήμανε και στην έδρα: «Πρόκειται για κακή λειτουργία των συστημάτων επικοινωνίας ή για επικοινωνία μέσω κινητού ως προσπάθεια αποφυγής καταγραφής; Παροτρύνω το δικαστήριό σας να το εξετάσει. Η πρώτη φορά που το συνάντησα αυτό ήταν στη δική της δολοφονίας του Γρηγορόπουλου. Αυτό ήταν το 2008. Το να συνεχίζεται η πρακτική το 2018 -οι ίδιες αξιόποινες πράξεις- απελπίζει αλλά και κατατοπίζει. Γιατί; Γιατί δεν τιμωρούνται ποτέ και από κανέναν».
Αναφερόμενη σε «ποινικό υποβιβασμό», έκανε εκτενή αναφορά στο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών που υιοθετούσε την πρόταση του ανακριτή, πως δηλαδή το αποδεικτικό υλικό δικαιολογεί τη στοιχειοθέτηση κακουργήματος: «Αλλά όταν αποφασίστηκε η συνέχιση της ανάκρισης για κακούργημα, πριν στεγνώσει το μελάνι του βουλεύματος, ο εισαγγελέας κ. Μεϊδάνης άσκησε έφεση με την αιτιολογία ότι δεν είναι δική τους αρμοδιότητα. Πρωτοφανής δυστοκία και μάλιστα σε πείσμα του όγκου των στοιχείων», τόνισε. «Αναδύθηκε πρόβλημα λογοδοσίας σε αυτή τη δίκη. Μόνο μια ακέραιη ευσυνείδητη δικαστική αντίδραση μπορεί να την ανατρέψει. Οι άνθρωποι περιμένουν ένα δείγμα ότι η Δικαιοσύνη δεν συστρατεύεται τελικά με εκείνους που τους κορόιδεψαν», κατέληξε.
