Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Συγκροτημένη και αποφασισμένη, με δομημένα νομικά επιχειρήματα και δίχως να αφήσει την παραμικρή αμφιβολία για την ορθότητα των πράξεών της εμφανίστηκε χθες στην απολογία της στην κατάμεστη αίθουσα του Ειδικού Δικαστηρίου η πρώην εισαγγελέας κατά της Διαφθοράς, Ελένη Τουλουπάκη.

Η εισαγγελέας υπογράμμισε ότι «δεν υπάρχει ψήγμα ούτε της αντικειμενικής αλλά ούτε και της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος για το οποίο κατηγορούμαι, έπραξα το καθήκον μου και τήρησα τον όρκο μου». Μέσα από την απολογία της συμπυκνώθηκαν σε λίγες ώρες όσα διαδραματίστηκαν σε πολιτικό, δικαστικό και μιντιακό επίπεδο τα τελευταία 4-5 χρόνια στην προσπάθεια να μετατραπεί το σκάνδαλο Novartis σε σκευωρία.

Εκτός από τις απαντήσεις που έδωσε επί του κατηγορητηρίου, η Ελένη Τουλουπάκη μίλησε και σε πιο προσωπικό τόνο. «Σήμερα είναι η κορύφωση μιας ανηφορικής πορείας. Ενός προσωπικού Γολγοθά που ξεκίνησε τέσσερα χρόνια πριν.

Μια περίοδος κατά την οποία αποκαλούσαν εμένα και τους συνεργάτες μου «εγκληματική συμμορία», «παραδικαστικό κύκλωμα», ενώ δεχόμουν καθημερινά απειλές του τύπου ότι θα «μπω φυλακή» και ότι θα με «γδάρουν»», ανέφερε η ίδια. Μια εισαγγελέας που χειρίστηκε πάνω από 500 υποθέσεις, μεταξύ των οποίων τη Novartis, τα εξοπλιστικά, τη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος στον ΟΤΕ και στη Siemens, τις λίστες Λαγκάρντ και Μπόργιανς και όλα αυτά σε μια υποστελεχωμένη, χωρίς μηχανογράφηση και ηλεκτρονικές καταγραφές υπηρεσία, στην οποία οι δικογραφίες στοιβάζονταν στα πατώματα και για τις οποίες δεν έλαβε, όπως αποδείχθηκε στο δικαστήριο, καμία ενημέρωση από την προκάτοχό της, Ελένη Ράικου.

Τα παρατσούκλια

«Ξυπνήσαμε κάποια μέρα για να μάθουμε ότι όλοι στην Εισαγγελία είχαμε παρατσούκλια -κυρα-Φρόσω (δηλαδή πουτάνα), Γόβα τον άλλο, Νεκροθάφτης τον άλλο, Ταξιδιάρα την άλλη, Ρασπούτιν τον Παπαγγελόπουλο κ.λπ.- που δεν είχαμε ακούσει ποτέ γιατί δεν είχαν ειπωθεί ποτέ, παρουσιάζοντας μια παρακμιακή εικόνα του δικαστικού σώματος, η οποία όπως αποδείχθηκε υφίστατο μόνο στην αντίληψη εκείνων που τα επινόησαν. Δεχτήκαμε τη μεγαλύτερη δυνατή διαπόμπευση.

Εμφανιστήκαμε να εκβιάζουμε μάρτυρες, να κατασκευάζουμε αποδείξεις. Πρόκειται για την πιο συντονισμένη προσπάθεια εξόντωσης δικαστικών λειτουργών στη χώρα μας στη Μεταπολίτευση, μια προσπάθεια φίμωσης για το μέλλον».

Η Τουλουπάκη αναφέρθηκε στη σωρεία μηνύσεων και πειθαρχικών αναφορών που κατέθεσαν εις βάρος της και των άλλων εισαγγελέων πολιτικά πρόσωπα και οι οποίες τέθηκαν στο αρχείο και ανασύρθηκαν λίγο πριν από τις εκλογές του 2019 χωρίς να έχουν προκύψει νεότερα στοιχεία. «Ενώ συνεχίζαμε την έρευνά μας για τα πολιτικά πρόσωπα, μετατραπήκαμε σε ερευνώμενους, δεν υπήρξε μέρα που να μη δίνουμε εξηγήσεις είτε στον Αρειο Πάγο είτε στη Βουλή.

Ταυτόχρονα γίνονταν συστηματικές προσπάθειες να αφαιρεθεί από εμάς η δικογραφία της Novartis, γι’ αυτό και ζητήθηκε η σύγκληση της Ολομέλειας του Εφετείου με εισηγητή τον κ. Αθανασίου, μετέπειτα μάρτυρα κατηγορίας εναντίον μου. […] Αργότερα μέσα σε μια νύχτα με μεθόδευση καταργήθηκε η Εισαγγελία Διαφθοράς και πέρασε η δικογραφία στη νεοϊδρυθείσα Οικονομική Εισαγγελία». Σε μια αποστροφή του λόγου της είπε πως τη χρονική περίοδο πριν από τις καταθέσεις των προστατευόμενων μαρτύρων και αφότου η ίδια ανέλαβε στην Εισαγγελία Διαφθοράς, «είχαμε βρει στοιχεία και λεφτά από τη Novartis για τουλάχιστον δύο (σ.σ. πολιτικά) πρόσωπα σε τραπεζικούς λογαριασμούς».

Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το βούλευμα του Δικαστικού Συμβουλίου, η Ελένη Τουλουπάκη κατηγορείται ότι «ενώ ήταν εισαγγελέας Εγκλημάτων Διαφθοράς, δεν διαβίβασε εν γνώσει της αμελλητί στη Βουλή τη δικογραφία που σχηματίστηκε κατόπιν τριών αναφορών των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ (Λοβέρδος, Κεγκέρογλου και Χριστοφιλοπούλου) σχετικά με τη μη τιμολόγηση φαρμάκων για το έτος 2015, από τον υπουργό Υγείας Παναγιώτη Κουρουμπλή».

Για τις αναφορές αυτές η ίδια είπε πως, εάν ίσχυε το κατηγορητήριο, όφειλε να τα έχει διαβιβάσει η ίδια η Ράικου αμελλητί στη Βουλή. «Στις 9.3.2017, δηλαδή την επομένη μετά την υποβολή της δεύτερης αναφοράς, ο κ. Ελευθεριάνος στέλνει τις αναφορές στη Γενική Επιθεωρήτρια Δημόσιας Διοίκησης κ. Παπασπύρου με παραγγελία την αξιολόγηση των αναφορών αυτών. Η τρίτη αναφορά υποβλήθηκε στις 13.4.2017, ημερομηνία που ναι μεν δημοσιεύτηκε το ΦΕΚ διορισμού μου, χωρίς ωστόσο να έχω αναλάβει εγώ καθήκοντα», πρόσθεσε.

Υπογράμμισε πως δεν πρόκειται για μηνυτήριες αναφορές, πως δεν είχαν σαφές καταγγελτικό περιεχόμενο και ήταν αόριστες και γι’ αυτό σωστά δεν τις έστειλε τότε και η Ελένη Ράικου στη Βουλή. «Εγώ αμελλητί τις έστειλα στη Βουλή όταν έπρεπε, όταν ήταν ώριμες, όταν είχαμε τις καταθέσεις των προστατευόμενων μαρτύρων. Θα διέπραττα το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος αν τις έστελνα στη Βουλή χωρίς τα απαραίτητα πρόσθετα στοιχεία», κατέθεσε.

«Δεν είχαμε επαφές»

Για τις σχέσεις της με τον Δημήτρη Παπαγγελόπουλο είπε πως «η γνωριμία ήταν απολύτως υπηρεσιακή – του μιλούσα στον πληθυντικό και ακόμα του μιλάω έτσι», ενώ «αντιθέτως οι κ. Ράικου και Αθανασίου διατηρούσαν τακτικές κοινωνικές επαφές τόσο κατά την περίοδο που ήταν υπουργός όσο και πριν από αυτήν. Ο κ. Παπαγγελόπουλος παρουσιάζεται ως ηθικός αυτουργός των πράξεών μου. Θέλω να σας δηλώσω ότι δεν είχα κανέναν διάλογο με κανέναν πολιτικό. Ημουν όμως σε έναν διαρκή εσωτερικό διάλογο με τη συνείδησή μου και με τον Θεό».

Στο τέλος της απολογίας διάβασε ό,τι είπε ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν στους απογόνους τού Ντρέιφους, απευθυνόμενη στους δικαστές: «Εσείς μας υπενθυμίζετε πόσο σημαντική ήταν αυτή η τόσο ιδιαίτερη μοίρα του ανθρώπου αυτού, ο οποίος υπέστη τα χειρότερα, τον εξευτελισμό, τη σιωπή, την απομόνωση. Τίποτα δεν θα διορθώσει αυτούς τους εξευτελισμούς, αλλά ας μην τους χειροτερεύουμε, επιτρέποντας να ξεχαστούν ή να επαναληφθούν».

Η δίκη συνεχίζεται τη Δευτέρα με την απολογία του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου.