Στον απόηχο των σφοδρών αντιδράσεων για την ακατανόητη γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ισίδωρου Ντογιάκου συνεδρίασε για το θέμα και το Δ.Σ. της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων έπειτα από αίτημα των μελών της μειοψηφίας.
Οπως έγινε και εκεί φανερό, το ρήγμα στους κόλπους της Δικαιοσύνης βαθαίνει επικίνδυνα μετά τις απροκάλυπτες παρεμβάσεις της νομοθετικής και εκτελεστικής εξουσίας. Η πρόεδρος της ΕνΔΕ Μαργαρίτα Στενιώτη και τα άλλα μέλη του προεδρείου αρνήθηκαν ωστόσο να πάρουν θέση τόσο για τη γνωμοδότηση όσο και για τις προσπάθειες υποβάθμισης του ρόλου της συνταγματικά κατοχυρωμένης Ανεξάρτητης Αρχής ΑΔΑΕ, με το επιχείρημα ότι το θέμα αποτελεί αντικείμενο πολιτικής αντιπαράθεσης.
Οι λόγοι της άρνησης να τοποθετηθεί η Ενωση για το θέμα και της ξαφνικής αυτής μεταστροφής δεν έπεισαν προφανώς τη μειοψηφία. Η ίδια η Μ. Στενιώτη τον Νοέμβριο σε ομιλία της στο 23ο Συνέδριο της Ενωσης Ποινικολόγων και Μαχόμενων Δικηγόρων είχε πει: «Το απόρρητο των επικοινωνιών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας είναι απόλυτα απαραβίαστο και μόνο πραγματικοί λόγοι εθνικής ασφάλειας ή διακρίβωσης ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων μπορούν να το άρουν και να το περιορίσουν, και ο περιορισμός του δικαιώματος συντελείται υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Σε μια ευνομούμενη πολιτεία, η προσβολή του δικαιώματος αυτού αποτελεί συνταγματική εκτροπή, παραβίαση της συνταγματικής νομιμότητας. Απαιτείται άμεση διερεύνηση από τη Δικαιοσύνη, γιατί συνέχεται με τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της Δημοκρατίας μας και με την αρχή του κράτους δικαίου».
Κι ενώ μένει αναπάντητο το εύλογο ερώτημα για την αντιφατική στάση της προέδρου και την άρνηση του Δ.Σ. να τοποθετηθεί στο φλέγον θέμα, η μειοψηφία του Δ.Σ. εξέδωσε ανακοίνωση, επισημαίνοντας μεταξύ άλλων ότι διαπιστώνεται αλλαγή της σταθερής έως πρότινος στάσης της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που δεν γνωμοδοτούσε για «υποθέσεις επί των οποίων επελήφθησαν ήδη ή πρόκειται να επιληφθούν οι αρμόδιες δικαστικές αρχές ή επί θεμάτων που απασχόλησαν ή πρόκειται να απασχολήσουν τα δικαστήρια ή τα δικαστικά συμβούλια προς αποφυγήν επηρεασμού της κρίσης τους» αλλά και ότι «πρέπει να αφορά ευρύτατες κατηγορίες προσώπων αφού μόνον τότε πρόκειται περί θέματος που παρουσιάζει γενικότερο ενδιαφέρον και δεν νοείται τέτοια εισαγγελική αρμοδιότητα επί υποβολής ερωτημάτων ιδιωτών (ενδεικτικά Γνμδ ΕισΑΠ 3/2022, 15/2021, 10/2020, 12/2020, 10/2018)».
Στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με την ανακοίνωση της μειοψηφίας, το πρόβλημα είναι ότι «το ερώτημα τέθηκε από ιδιώτη τηλεπικοινωνιακό πάροχο προς την Εισαγγελία του Α.Π. για ένα ζήτημα που πρόκειται να απασχολήσει τα δικαστήρια και αφορά τη συμβατότητα των διατάξεων του Ν. 5002/2022 με το Σύνταγμα. Ο ιδιώτης τηλεπικοινωνιακός πάροχος, όμως, ακόμα και υπό την εκδοχή ότι δικαιούται να αιτηθεί την έκδοση γνωμοδότησης, δεν μπορεί παρά να ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για το δικαίωμα της ΑΔΑΕ να ζητήσει απ’ αυτόν συγκεκριμένα στοιχεία στα πλαίσια των ελεγκτικών της αρμοδιοτήτων.
Εκφεύγει συνεπώς του ενδιαφέροντος του ιδιώτη παρόχου το πώς η ΑΔΑΕ στη συνέχεια θα αξιοποιήσει τα στοιχεία αυτά, εάν δηλαδή θα ενημερώσει ή όχι τους θιγόμενους πολίτες σε συμμόρφωση της κειμένης νομοθεσίας. Πολύ περισσότερο δεν θα μπορούσε ο ιδιώτης πάροχος να αξιώσει εισαγγελική γνωμοδότηση για την ποινική αντιμετώπιση των μελών της ΑΔΑΕ σε περίπτωση που παραβιάσουν τις διατάξεις του Ν. 5002/2022».
Στη συνέχεια η ανακοίνωση καταγράφει γιατί η μειοψηφία του Δ.Σ. της ΕνΔΕ είχε διατυπώσει σοβαρές επιφυλάξεις στη διαβούλευση του Νόμου 5002/2022 και «για τη νομοτεχνική αστοχία συγκεκριμένων διατάξεών του, όπως το ενδεχόμενο υποβάθμισης του ρόλου μιας Ανεξάρτητης Αρχής συνταγματικά κατοχυρωμένης όπως είναι η ΑΔΑΕ και της διάσπασης μεταξύ αφενός των ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της που προβλέπονται από το Σύνταγμα και αφετέρου του δικαιώματος ενημέρωσης των θιγόμενων πολιτών, που ανατίθεται πια σε τριμελή επιτροπή».
Η ανακοίνωση καταλήγει: «Με τη γνωμοδότηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου φαίνεται να εκφράζεται η άποψη ότι ενόψει της τροποποίησης του νομοθετικού πλαισίου για τις προϋποθέσεις ενημέρωσης προσώπου που έχει υπόνοιες ότι έχει αρθεί παράνομα το απόρρητό του, αδρανεί πλην της ενημερωτικής (που ρητά καταργήθηκε με το άρθρο 4 Ν. 5002/22) και η ελεγκτική αρμοδιότητα της ΑΔΑΕ (όπου ωστόσο δεν έλαβε χώρα τροποποίηση). Είναι σαφές ότι στα πλαίσια της εφαρμογής ενός νέου νομοθετικού πλαισίου είναι θεμιτό να εκφραστούν με επιστημονικό τρόπο όλες οι απόψεις.
Ως εκ τούτου ενόψει και του νεοπαγούς χαρακτήρα της εισαγγελικής αμφισβήτησης περί της ελεγκτικής αρμοδιότητας της ΑΔΑΕ και έως ότου λάβει θέση ο “φυσικός” και ανεξάρτητος δικαστής κατά την εκδίκαση οποιασδήποτε σχετικής υπόθεσης προκύψει στο μέλλον, η συζήτηση θα πρέπει να παραμένει επιστημονική και ελεύθερη, ανεπηρέαστη από ευλόγως παρεξηγήσιμες υπομνήσεις περί τέλεσης από τους φορείς της διαφορετικής άποψης -περιλαμβανομένων και των μελών της ΑΔΑΕ- εγκλημάτων της βαρύτητας του άρθρου 148 Π.Κ. (κατασκοπία)».
