ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιώτα Τέσση
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τη μέρα που η πυρκαγιά στο Μάτι έκαιγε τα πάντα στο πέρασμά της και τα τηλεοπτικά συνεργεία μετέδιδαν εικόνες φρίκης, δύο απελπισμένοι γονείς έψαχναν τα δίδυμα κοριτσάκια τους που κατευθύνονταν στη Νέα Μάκρη με τον παππού και τη γιαγιά. Ενα βίντεο σε τηλεοπτικό σταθμό έδειχνε δύο κοριτσάκια που είχαν διασωθεί να κατεβαίνουν από ένα καΐκι και «μας έδωσαν ελπίδες.

Βγάλαμε φωτογραφία από το βίντεο που φαίνονται τα κορίτσια και κατευθυνθήκαμε στο Λιμενικό μήπως μάθουμε πληροφορίες. Μας είπαν πως υπήρχαν πολλά παιδάκια στο πρώτο αλιευτικό, αλλά δεν είχαν καταγράψει ονόματα. Εκεί αναπτερώθηκε το ηθικό μας, είπαμε θα τα βρούμε τα παιδιά μας, κάποιος θα τα έχει φροντίσει». Αυτήν περιέγραψε ως μία από τις χειρότερες στιγμές η Γεωργία Ξυραφάκη, μητέρα των δίδυμων κοριτσιών, της Σοφίας και της Βασιλικής, που έχασαν τη ζωή τους αγκαλιασμένες με τον παππού και τη γιαγιά τους στο οικόπεδο της οικογένειας Φράγκου.

Είναι μία από τις οικογενειακές τραγωδίες που εκτυλίχθηκαν στο Μάτι στις 23 Ιουλίου 2018, όταν τα παιδιά κατευθύνονταν με τον παππού και τη γιαγιά στη Νέα Μάκρη. «Τους χαιρετήσαμε και ήταν η τελευταία φορά που τους είδαμε» ξεκίνησε την κατάθεσή της η μάρτυρας και στη συνέχεια περιέγραψε τις αγωνιώδεις στιγμές που αναζητούσε την οικογένειά της. «Παίρναμε τηλέφωνο την Πυροσβεστική, μπορεί και ανά πέντε λεπτά. Αρχίσαμε να πηγαίνουμε στα νοσοκομεία. Δεν βρήκαμε άκρη, γυρίσαμε σπίτι. Την άλλη μέρα, μετά από πάρα πολλά τηλεφωνήματα, μας είπαν ότι εφόσον δεν έχουμε βρει κάτι, θα πρέπει να ψάξετε στους πεθαμένους, να δώσετε γενετικό υλικό και ίσως βρεθεί κάτι. Πήγαμε, δώσαμε γενετικό υλικό και περιγραφή για το τι φορούσαν».

Οι σοροί του παππού Φίλιππου και της γιαγιάς Σοφίας ταυτοποιήθηκαν στις 27 Ιουλίου. «Ο πεθερός μου είχε τα παιδιά στη μέση του, βρέθηκε από πάνω με ανοιχτές τις αγκαλιές. Τους ήταν δύσκολο να ταυτοποιήσουν ποια είναι ποια επειδή ήταν δίδυμες. Δεν μας τις έδιναν ούτε για να τις θάψουμε. Σκεφτήκαμε ότι τους είχαμε φτιάξει κάτι μασελάκια και μόνο έτσι μπορέσαμε να καταλάβουμε ποια είναι ποια. Τους κηδέψαμε στις 3 Αυγούστου 2018».

Σύμφωνα με τη μάρτυρα, παγιδεύτηκαν με το αυτοκίνητο επειδή δεν τους επέτρεψαν να επιστρέψουν προς την Αθήνα. Την απόλυτη εγκατάλειψη των κατοίκων από τις αρμόδιες αρχές περιέγραψε ο σύζυγός της Ιωάννης Φιλιππόπουλος: «Μου είπε η αδελφή μου ότι επικοινώνησε με τη μητέρα μου και την άκουγε πολύ αγχωμένη. Της είπε ότι έχουν μπλέξει με φωτιές. Παίρνω το μηχανάκι, περνάω και το λιμάνι της Ραφήνας και προχωράω, έφτασα στο Κόκκινο Λιμανάκι. Εκαναν προσπάθειες να με σταματήσουν, αλλά μόνο αν με πυροβολούσαν θα με σταματούσαν.

Ηταν παντού φωτιά, απελπίστηκα, γύρισα μήπως βρω κάποιον να ρωτήσω. Δεν υπήρχε πυροσβεστική, αστυνομία. Δεν έβρισκα κανέναν. Εκεί στον δρόμο υπήρχε ένα βενζινάδικο στη Ραφήνα και τους λέω “τι κάνετε εδώ; φύγετε, είναι επικίνδυνο”. Εγώ που είμαι ένας απλός πολίτης τούς έδιωξα. Κατέβηκα στο λιμάνι της Ραφήνας, τους έψαχνα, τίποτα. Γυρνάω πίσω, πάμε στα νοσοκομεία, παντού αρνητική απάντηση. Πήραμε αστυνομία, πυροσβεστική. Μας έλεγαν όλη νύχτα “είστε η πρώτη μας προτεραιότητα”» είπε ο μάρτυρας.

Απελπισμένος βγήκε στα κανάλια και έδωσε το τηλέφωνό του μήπως κάποιος έχει δει τα παιδιά. «Με έπαιρναν τηλέφωνο, “έλα, έχουμε τα παιδιά σου, τα σκοτώνουμε”, μου έκαναν παιδικές φωνές και βάζανε τα γέλια. […] Στο οικόπεδο με τα 26 πτώματα ήταν πρώτο το αμάξι του πατέρα μου. Αφού έκαναν έρευνες βρήκαν αυτή την υπέροχη άμορφη μάζα, η μανούλα μου από κάτω, τα κορίτσια στη μέση και τον πατέρα μου από πάνω. […]

Εάν εκείνη η μέρα δεν ήταν Δευτέρα και ήταν Κυριακή, θα είχαμε χιλιάδες θύματα. Ο πατέρας μου δεν ήταν χαζός να πάει στο στόμα του λύκου. Το αμάξι ήταν κλειδωμένο, που σημαίνει ότι είχε ψυχραιμία να πάει στη θάλασσα. […] Ζήτησα να κατεβάσω εγώ τα φέρετρα, σαν τελευταίο αντίο, δεν μπορούσα να κόψω λίγο μαλλάκι, να έχω να θυμάμαι».