Με προσοχή αλλά και με φανερή ανησυχία η μειοψηφία της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων έσπασε τη σιωπή των εκπροσώπων του βασικού πυλώνα της δημοκρατίας, δηλαδή της Δικαιοσύνης, με ανακοίνωση που συνυπογράφουν τα 6 μέλη του Δ.Σ. της ΕνΔΕ. Οι επίσημες ηγεσίες των Δικαστικών Ενώσεων, που κατά καιρούς και με το παραμικρό φραστικό ολίσθημα πολιτικών ή και πολιτών σπεύδουν να εκδώσουν οργισμένες ανακοινώσεις, δεν βρήκαν ούτε δυο λόγια να πουν για τις καραμπινάτες παράνομες υποκλοπές της ΕΥΠ επί επιτελικού κράτους.
Η σιωπή τους δυστυχώς είναι απολύτως ταυτισμένη με τη σιωπή της εκτελεστικής εξουσίας και των στρατευμένων στο Μαξίμου ΜΜΕ. Εχει ενδιαφέρον η επισήμανση των δικαστών στην ανακοίνωση τόσο για την τροπολογία που προσβάλλει τα δικαιώματα των πολιτών όσο και για την πρόσφατη θεωρία της κυβέρνησης περί αναγκαίας υπογραφής 2 δικαστικών στα αιτήματα παρακολούθησης της ΕΥΠ («Τα μάτια της Δικαιοσύνης στην ΕΥΠ», «Εφ.Συν.» 11.8.2022).
Η ανακοίνωση μεταξύ άλλων αναφέρει: «Οι θεσπισμένοι κανόνες, είτε αυτοί περιβάλλονται το κύρος των συνταγματικών ρυθμίσεων είτε του απλού νόμου, δεν αρκούν αφ’ εαυτού, αφού δεν είναι λίγες οι φορές που η ύπαρξή τους έχει αξιοποιηθεί ως άλλοθι και ως βολική νομιμοποιητική βάση της καταπάτησης των στοιχειωδέστερων ανθρωπίνων δικαιωμάτων εκ μέρους της εκάστοτε διοίκησης» και συνεχίζει:
«Το εθνικό, διεθνές και ευρωπαϊκό δίκαιο με σειρά διατάξεων (άρθρο 19 του ελληνικού Συντάγματος, άρθρο 12 της Οικουμενικής Διακήρυξης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άρθρο 8 της ΕΣΔΑ) προστατεύουν κατ’ αρχήν το απόρρητο της επικοινωνίας, αλλά ταυτόχρονα με ένα πλέγμα ρυθμίσεων αποδεσμεύουν τις κρατικές και διεθνείς υπηρεσίες από το καθήκον σεβασμού αυτών των διατάξεων, παραπέμποντας σε λόγους εθνικής ασφάλειας, που όμως δεν εξειδικεύονται σαφώς. […]
»Για τον εισαγγελικό λειτουργό όμως στην Ελλάδα, που είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο της ΕΥΠ και υπογράφει, σύμφωνα με την έκθεση της ΑΔΑΕ, παραπάνω από 15.000 διατάξεις άρσης του απορρήτου της επικοινωνίας κάθε χρόνο, στις οποίες σε αντίθεση με εκείνες που αφορούν διακρίβωση εγκλημάτων δεν είναι αναγκαίο να αναγράφεται το όνομα του παρακολουθούμενου (άρθρο 5 παρ.1α ν.2225/1994), η δυνατότητα άσκησης ουσιαστικού και όχι απλά “νομιμοποιητικού” ελέγχου συρρικνώνεται επικίνδυνα.
Η δε τοποθέτηση δεύτερου εισαγγελικού λειτουργού για τον παραπάνω έλεγχο, που εξαγγέλθηκε πριν λίγες ημέρες, ενόψει του αριθμητικού όγκου των υποθέσεων, δεν φαίνεται ικανή να προσφέρει στο πρόβλημα καθαυτό, ενώ κατ’ αποτέλεσμα τείνει να επαναλάβει την ίδια διαδρομή ενίσχυσης του κύρους της Υπηρεσίας Πληροφοριών και της διοίκησης, μέσα από την κατ’ ουσίαν αδύναμη παρουσία της δικαστικής αρχής, και τελικά να λειτουργήσει ως παρέμβαση επικοινωνιακού χαρακτήρα.
»Αναμέναμε για μεγάλο χρονικό διάστημα την επίσημη τοποθέτηση της πλειοψηφίας του Δ.Σ. της Ενωσής μας σε ένα ζήτημα τόσο κομβικό για την προστασία των ατομικών ελευθεριών των πολιτών.
»Στο όνομα των εκατοντάδων δικαστών και εισαγγελέων, που εκπροσωπούμε, εκφράζουμε την αγωνία μας για τις εξελίξεις και τη συστηματική παρακολούθηση πολιτικών προσώπων, άλλων αξιωματούχων και δημοσιογράφων από την κρατική διοίκηση. Δεν θα έπρεπε να είναι αδιάφορο για την Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων και το ενδεχόμενο δικαστικοί λειτουργοί να έχουν τεθεί ή να τεθούν στο μέλλον υπό παρακολούθηση, υπό τους ίδιους ασαφείς λόγους “εθνικής ασφάλειας” […]».
Είναι τελικά ελπιδοφόρο ότι και στη Δικαιοσύνη δεν «τα σκιάζει (όλα) η φοβέρα» ούτε «τα πλακώνει (όλα) η… σιωπή».
