ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Δημήτρης Αγγελίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με λυγμούς σε ορισμένα σημεία, με συγκρατημένη οργή σε άλλα, όμως με σθένος, αποφασιστικότητα και διαύγεια σε όλη τη διάρκεια της πολύωρης κατάθεσής του, ο δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας, 25χρόνων σήμερα, διηγήθηκε χτες στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο της Αθήνας τη σχέση του με τον Δημήτρη Λιγνάδη στην ηλικία των 17 ετών και τον βιασμό του από τον πρώην καλλιτεχνικό διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου στις 24 Ιουλίου 2015 μετά από παράσταση στην Επίδαυρο, όπως τον κατηγορεί.

Ο μάρτυρας, αιγυπτιακής καταγωγής, περιέγραψε πώς στις 14 Φεβρουαρίου 2015, του Αγίου Βαλεντίνου, βρισκόταν σε ένα γκέι μπαρ με μια φίλη κι έναν φίλο του, ο οποίος είπε πως θα ερχόταν στην παρέα ένας σκηνοθέτης. «Με ρώτησε με τι ασχολούμαι και του είπα “μόντελινγκ”. Μου είπε “φαίνεται, είσαι πολύ όμορφος”. Ενθουσιάστηκα, μου είπε “θα μπορούσα να σε βοηθήσω πολύ”, μου επιβεβαίωσε όσα πίστευα ότι μπορούσα να κάνω» είπε.

Εναν μήνα αφού μιλούσαν στο φέισμπουκ «άρχισαν τα κομπλιμέντα, υπήρχε ένα χρωμάτισμα, “μωράκι μου”, “κούκλε μου”, άρχισαν και εμένα να με κολακεύουν» και μετά τη δεύτερη φορά που τον επισκέφθηκε στο σπίτι, η σχέση τους απέκτησε άλλο χαρακτήρα. Αγγίγματα, αγκαλιές, φιλιά και προκαταρκτικά. «Ηταν πολύ ρομαντικά. Τον είχα ρωτήσει μια μέρα γιατί δεν ολοκληρώνουμε τη σχέση μας και μου είχε πει πως “ό,τι αγαπάς δεν το γαμάς”», είπε και περιέγραψε ότι ζήλευε, γιατί ο σκηνοθέτης είχε σχέσεις με άλλα άτομα, ενώ έρχονταν ανήλικοι στο σπίτι, «τα παιδιά του Λιγνάδη», όπως αποκαλούνταν μεταξύ τους, με τα οποία είχε σεξουαλικές επαφές ο σκηνοθέτης.

Το τριήμερο της εκδρομής στην Επίδαυρο, όπου πήγαν για να δουν παράσταση μαζί με τον φίλο που τους είχε συστήσει, περνούσαν πολύ καλά, κάνοντας βόλτες. «Ημουν με έναν άνθρωπο με τον οποίο ήμουν ερωτευμένος», είπε. Από την παράσταση έφυγαν πριν τελειώσει, πήγαν στο Ναύπλιο για φαγητό και επέστρεψαν στο ξενοδοχείο.

Ο μάρτυρας ήταν κουρασμένος και έπεσε για ύπνο μπρούμυτα όταν ένιωσε πόνο στην πλάτη και τον κατηγορούμενο να βάζει το χέρι του κάτω από τη μέση και να τον σηκώνει βίαια, βγάζοντάς του τα ρούχα. «Αρχισε να με γλείφει εκεί κάτω, έτριβε όλο αυτό το σημείο με το πρόσωπο και πονούσα». Είπε ότι αιφνιδιάστηκε, φοβήθηκε και πονούσε σε όλο το σώμα και τον πρωκτό, αλλά δεν μπορούσε να φωνάξει, γιατί είχε μουδιάσει τελείως, ενώ του ερχόταν στο μυαλό η σεξουαλική κακοποίηση που είχε υποστεί από θείο του σε ηλικία πέντε ετών με τον ίδιο τρόπο.

«Με είχε ακινητοποιήσει, το κεφάλι μου ήταν το μόνο που μπορούσα να κουνήσω, σε κάποια φάση γύρισα και τον κοίταξα. Πιστεύω ότι το αντιλαμβανόταν ότι δεν μου άρεσε και ότι με είχε σοκάρει, και ότι έπαιρνε χαρά από αυτό. Ηθελε να με δει αβοήθητο», είπε για τον κατηγορούμενο. «Δεν υπάρχει περίπτωση αυτό το πράγμα που έγινε να το θέλει κανείς», ξέσπασε.

 «Γιατί να μεταχειριστεί βία για να έρθει σε σεξουαλική επαφή μαζί σας;» ρώτησε ο εισαγγελέας.

 «Αυτό το ερώτημα έχω κι εγώ. Αφού του ζητούσα να κάνουμε έρωτα. Γιατί έπρεπε να τρομάξω όταν πάω να κάνω κάτι ερωτικό; Γιατί να υπάρχει φόβος;»

Και γύρισε προς τον κατηγορούμενο, τον κοίταξε για πρώτη φορά κατάματα και τον ρώτησε: «Αυτό θες; Να βλέπεις να πονάει ο άλλος;». Αλλά ο κατηγορούμενος παρέμεινε απαθής και δεν απάντησε.

Γύρισαν όλοι μαζί στην Αθήνα την επομένη, γιατί δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. «Τα συναισθήματά μου ήταν ανάμεικτα. Ελεγα ότι δεν αξίζω τίποτα, αλλά σκεφτόμουν ότι μου έλεγε πως μ’ αγαπούσε. Ενιωθα οργή και θλίψη. Μετά όλα αυτά τα συναισθήματα τα έβαλα στο πίσω μέρος του μυαλού μου και είπα στον εαυτό μου ότι θα το ξεπεράσω. Δεν θα ήταν το μόνο κακό που αφήνω πίσω μου. Το τραύμα το σβήνουμε, έτσι είχα μάθει από το σπίτι», είπε.

Η σχέση τους συνέχισε σποραδικά, κυρίως μέσω μηνυμάτων. Οταν η οικογένεια του μάρτυρα ανακάλυψε τον σεξουαλικό του προσανατολισμό και καβγάδιζαν, ο μάρτυρας πήγε να μείνει στο σπίτι του κατηγορούμενου, αντιμετωπίζοντας συχνά προσβολές και κακοποιητική συμπεριφορά εκ μέρους του, μέχρι που ξαναέφυγε, νιώθοντας «σκουπίδι», όπως είπε. «Ηθελα να πάω σ’ ένα μέρος όπου θα μπορούσαμε να ξαναζήσουμε αυτό που είχαμε παλιά, παρόλο που με τσαλάκωσε και με στεναχώρησε. Ημουν εξαρτημένος λόγω έρωτα και λόγω του ότι ήμουν ένα δεκαεπτάχρονο αβοήθητο. Είχα εξάρτηση σε ό,τι μου προσέφερε, την αυτοπεποίθηση ότι είμαι αυτό ακριβώς που θέλει. Μου είχε προσφέρει στήριξη και προστασία, τον είχα σαν μέντορα. Αλλά μ’ έκανε να πιστεύω ότι μέχρι εκεί αξίζω, να μου κάνει ό,τι μου έκανε και μετά να περάσει ο επόμενος», είπε, σημειώνοντας ότι πέρασε βαριά κατάθλιψη.

Πριν από λίγο καιρό διάβασε στο ίντερνετ ένα δημοσίευμα της Ελενας Ακρίτα για το θέμα και άρχισε να ξανασκέφτεται τα περασμένα. Μπήκε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στο ίνσταγκραμ και στο τουίτερ του κατηγορούμενου, όπου διάφοροι τον έβριζαν, ενώ ένας τον υπερασπιζόταν, λέγοντας ότι άδικα τον κατηγορούν. «Εγώ όμως έχω αποδείξεις», του απάντησε. Από αυτό το σχόλιο τον βρήκε ο Β.Κ. και του διηγήθηκε τον δικό του βιασμό από τον κατηγορούμενο το 1985, όπως είπε. «Αρχισα να βλέπω ομοιότητες», είπε ο μάρτυρας, σημειώνοντας πως συνειδητοποίησε πως τα ίδια είχε κάνει ο κατηγορούμενος στον Β.Κ. και σε άλλους. «Από το 2015 μέχρι το 2022, προσπαθώ να ξεχάσω, να το ξεπεράσω. Δεν είναι θέμα εκδίκησης, το κάνω για να υπάρξει δικαιοσύνη. Δεν γίνεται να με εκμεταλλευτεί άλλο ένα άτομο και να μην υπάρξει δικαιοσύνη», είπε.

 Η δίκη θα συνεχιστεί στις 8 Απριλίου με τις ερωτήσεις της πολιτικής αγωγής προς τον μάρτυρα.