«Θέλω να κάνω ξεκάθαρο από την αρχή της απολογίας μου, και σε αυτό το δικαστήριο και στα υπόλοιπα, ότι ταλαιπωρούνται δεκάδες στελέχη που έχουν να κάνουν με την ιστορική διαδρομή του Ταμείου Αλληλοβοήθειας του υπουργείου Πολιτισμού και έρχονται κατηγορούμενοι προκειμένου να επιτευχθεί ένας και μοναδικός στόχος: να καταδικαστώ εγώ. Διότι σε όλη αυτή τη θητεία των 15 ετών έχω συνεργαστεί με μια σειρά πρώην πρωθυπουργούς…».
Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια της απολογίας του Γιάννη Τσακοπιάκου, προέδρου του Ταμείου επί δεκαπενταετία, που κατηγορείται στην παρούσα δίκη για υπεξαγωγή των βιβλίων πρωτοκόλλου της περιόδου 2015-2017 και βιβλίων πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου. Παράλληλα ελέγχεται από τη Δικαιοσύνη για το κακούργημα της απιστίας κατ’ εξακολούθηση και κατά συναυτουργία σε βάρος του Δημοσίου, με τη δικογραφία να βρίσκεται στο στάδιο της ανάκρισης.
Ο Γ. Τσακοπιάκος, λοιπόν, θεωρεί ότι ο εισαγγελέας που άσκησε σε βάρος του την ποινική δίωξη είναι μέρος μιας ενορχηστρωμένης προσπάθειας της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να καταστεί κατηγορούμενος και φρόντισε από την αρχή της απολογίας του να ενημερώσει την πρόεδρο του δικαστηρίου με ποιους πολιτικούς είχε αγαστή συνεργασία: Κώστα Καραμανλή, Ευάγγελο Βενιζέλο, Αντώνη Σαμαρά. «Αν δεν είχε αλλάξει κυβέρνηση, θα ήμασταν ήδη στη φυλακή», συνέχισε ο κατηγορούμενος προκαλώντας την αντίδραση της προέδρου της έδρας: «Περάσατε ανάκριση έναν μήνα πριν από τις ευρωεκλογές του 2019 αλλά αφεθήκατε ελεύθερος. Επειδή λέτε για την τότε κυβέρνηση…».
Ομως ο Γ. Τσακοπιάκος δεν έχασε τη θέση του στο Ταμείο όταν άλλαξε η κυβέρνηση, ούτε βρέθηκε κατηγορούμενος γι’ αυτό. Η διοίκηση άλλαξε όταν έληξε η θητεία της και εκείνος με τον συγκατηγορούμενό του και επί δεκαετία διευθυντή του Ταμείου, Γιώργο Βλαντή, αρνήθηκαν να παραδώσουν στη νέα διοίκηση στοιχεία του Ταμείου. Και άρχισαν οι έλεγχοι (από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους και την Εισαγγελία Διαφθοράς) και οι ΕΔΕ. Οπως προέκυψε, ο Γ. Τσακοπιάκος έλειπε αδικαιολογήτως από την υπηρεσία για περισσότερο από οκτώ μήνες, τα βιβλία πρωτοκόλλου ήταν εξαφανισμένα, όπως και τα πρακτικά των συνεδριάσεων του Δ.Σ. Παράλληλα, αποδείχτηκε ότι οι επί δεκαπενταετία διοικούντες έκαναν ό,τι ήθελαν: αιτούνταν και λάμβαναν δάνεια στο όνομα εργαζομένων (οι οποίοι το αγνοούσαν), έγιναν μη νόμιμες και εκτός σκοπού Ταμείου δαπάνες, συνολικού ύψους 45,5 εκατ. ευρώ, έγινε εκταμίευση 1.000.000 ευρώ από το Ταμείο προς την Ομοσπονδία Εργαζομένων στην οποία ήταν πρόεδρος ο Γ. Τσακοπιάκος κ.ά.
Οταν άλλαξε η διοίκηση, η Ομοσπονδία προχώρησε σε κατάληψη του Ταμείου για 39 μέρες και έστειλε στον διευθυντή Γ. Βλαντή εξώδικο να μη δώσει κανένα έγγραφο και κανένα στοιχείο στους καινούργιους διοικούντες. «Το εξώδικο αυτό είχε να κάνει με την προστασία των προσωπικών δεδομένων των υπαλλήλων του υπουργείου, για να μη γίνουν φέιγ βολάν…», ισχυρίστηκε ο Γ. Τσακοπιάκος και κατηγόρησε τη νέα διοίκηση ότι εξαφάνισε τα βιβλία πρωτοκόλλου για να τον ενοχοποιήσει. Ομως η νέα διευθύντρια του Ταμείου, Ντιάνα Μέγγενη, παραιτήθηκε μη μπορώντας να αντιμετωπίσει το μπάχαλο που παρέλαβε.
Στις επανειλημμένες ερωτήσεις της προέδρου της έδρας για τη στενή σχέση του με τον συγκατηγορούμενό του Γ. Βλαντή, ο κατηγορούμενος επιχείρησε να κρατήσει αποστάσεις κάνοντας λόγο για «τυπική σχέση προέδρου – διευθυντή» και αποφεύγοντας να απαντήσει στο ερώτημα γιατί ο Γ. Βλαντής ανέλαβε εγγράφως την ευθύνη για τα κακουργήματα και ομολόγησε παρεμβάσεις στα πρακτικά του Δ.Σ. Ετσι, επέμεινε μέχρι το τέλος ότι «το 2017 παραδώσαμε στην επιθεωρήτρια τα πάντα, όσα στοιχεία είχαμε, εγώ ο ίδιος της ζήτησα να κάνει τον απόλυτο έλεγχο», για να πάρει την απάντηση της προέδρου: «Από αυτό τον έλεγχο, πάντως, ασκήθηκε η ποινική δίωξη σε βάρος σας…».
● Η δίκη θα συνεχιστεί στις 28 Φεβρουαρίου με τις απολογίες του Γ. Βλαντή και των υπόλοιπων κατηγορούμενων, μελών της πρώην διοίκησης.
