Κανονικά θα διεξαχθεί το δημοψήφισμα την Κυριακή, αποφάνθηκε το Συμβούλιο της Επικρατείας, απορρίπτοντας την προσφυγή των δύο πολιτών που επικαλούνταν αντισυνταγματικότητα, αποδεχόμενο παράλληλα το σκεπτικό της παρέμβασης των 17 δικηγόρων.
Νωρίτερα ο εισηγητής της υπόθεσης Δημήτρης Σκαλτσούνης είχε θέσει θέμα αρμοδιότητας του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου, ενώ οι δύο πολίτες που κατέθεσαν την αίτηση υποστήριξαν ότι το δημοψήφισμα νοείται ως εκδήλωση της συμμετοχής της κοινωνίας στη διαμόρφωση του κυβερνητικού έργου. Κατά τους αιτούντες, πρόκειται για διοικητική πράξη της διοικητικής εξουσίας και μόνο.
«Αρα, όπως γίνεται παραδεκτή και κρίνεται από σας μια κυβερνητική πράξη της κυβέρνησης που περνάει από τη Βουλή, έτσι και τώρα πρέπει να γίνει παραδεκτή η αίτηση και να κριθεί από το δικαστήριο». Και σημείωσαν, καταλήγοντας την επιχειρηματολογία τους, ότι «αν παραπέμψετε την υπόθεση στο Εκλογοδικείο (Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο) σημαίνει πως εθελοτυφλούμε, αφού η απόφαση θα εκδοθεί μετά από τρεις μήνες. Αν δεν ενημερωθεί πλήρως και επαρκώς το εκλογικό σώμα, αυτό σημαίνει πως δεν έχουμε κανονική πράξη προκήρυξης δημοψηφίσματος. Τίθεται ουσιαστικά στον λαό το ερώτημα αν επιθυμεί να είναι πλούσιος και υγιής ή ασθενής και φτωχός».
Παρέμβαση
Οι 17 δικηγόροι που άσκησαν παρέμβαση υπέρ της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος υποστήριξαν ότι η Πράξη του υπουργικού συμβουλίου και το προεδρικό διάταγμα για τις εκλογές είναι συνταγματικό και νόμιμο και ότι το μόνο αρμόδιο δικαστήριο να κρίνει τη νομιμότητα του δημοψηφίσματος είναι το Εκλογοδικείο και όχι το Συμβούλιο της Επικρατείας. Παράλληλα, ανέφεραν ότι αυτά τα δύο νομοθετήματα υπάγονται στο στενό κυβερνητικό έργο και δεν μπορούν να προσβληθούν στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Πρόσθεσαν, δε, ότι για τα ερωτήματα έχει ενημερωθεί πλήρως ο ελληνικός λαός και ότι η απόφαση του δικαστηρίου που θα εκδοθεί αφορά την ιστορία της Ευρώπης, καθώς «σήμερα δικάζεται η δημοκρατία».
«Πρέπει να ακουστεί η βούληση του ελληνικού λαού. Εχουμε βιώσει έξι χρόνια κυβερνήσεις που νομοθετούν σε βάρος του ελληνικού λαού, ανεξάρτητα από τη βούλησή του. Ηρθε η ώρα να σηκωθούμε από τον καναπέ και να αποφασίσουμε για τις ζωές μας», σημείωσε μία εκ των εκπροσώπων των 17 δικηγόρων και πρόσθεσε: «Η διατύπωση του ερωτήματος δεν αρέσει στον αιτούντα, αλλά αυτό αποφάσισε η κυβέρνηση. Το ερώτημα είναι αν με αυτή τη θηλιά που έχουν βάλει στον ελληνικό λαό, εμείς τα υιοθετούμε αυτά τα μέτρα ή όχι, με οποιοδήποτε πολιτικό διακύβευμα κι αν υπάρχει. Αν θέλουμε να πέσουμε ηρωικά ή να αυτοκτονήσουμε, τότε είναι δικαίωμά μας».
Δεν μπορούν να ελεγχθούν
Ακολούθως, οι συνήγοροι του ελληνικού Δημοσίου σημείωσαν ότι η Πράξη του υπουργικού συμβουλίου και το προεδρικό διάταγμα αποτελούν κυβερνητικές πράξεις υψηλότατου επιπέδου, οι οποίες δεν μπορούν να ελεγχθούν δικαστικά από το ΣτΕ, καθώς εκφράζουν τη βούληση της κυβέρνησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο ένας εκ των δύο πολιτών που προσέφυγαν στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο είναι δικηγόρος και πρώην αντιπρόεδρος του ΣτΕ, ενώ στο παρελθόν είχε διατελέσει σύμβουλος του δικτάτορα Γεωργίου Παπαδόπουλου.
