Επειτα από μια εβδομάδα προαναγγελιών και διαρροών από τα φιλοκυβερνητικά ΜΜΕ για την επικείμενη ανάρτηση σε διαβούλευση του ακόμα πιο νέου Ποινικού Κώδικα, ξημερώματα Σαββάτου… αναρτήθηκε.
Ηδη ήταν σαφές στις διάφορες εκδοχές που αφήνονταν να διαρρεύσουν ότι υπήρχαν κάποιες ουσιώδεις διαφορές και φυσικά δεν γνωρίζουμε αν οι διαφορές ήταν μεταξύ της Νομοπαρασκευαστικής Λ. Μαργαρίτη και του Κ. Τσιάρα ή μεταξύ κυβερνητικών παραγόντων που έτσι κι αλλιώς είχαν προκαταλάβει το αποτέλεσμα της μελέτης του Κώδικα και τις αλλαγές του. Αυτές οι διαφορές θα φανούν προφανώς στη συνέχεια όταν ο υπουργός Δικαιοσύνης κληθεί να παραδώσει το πόρισμα της επιτροπής πριν ξεκινήσουν οι συνεδριάσεις στις επιτροπές της Βουλής.
Μετά τις πρόσφατες επικοινωνιακές παρεμβάσεις του πρωθυπουργού, που κατά γενική ομολογία ήταν μάλλον αποτυχημένες, οι επικοινωνιακοί σύμβουλοί του αυτή τη φορά προσπάθησαν να εφαρμόσουν μια νέα τακτική πειθούς. Ετσι, ενώ ήταν στις ΗΠΑ, ο πρωθυπουργός επέλεξε να παρουσιάσει ο ίδιος στο διαδίκτυο τις χρωματιστές κάρτες με τα καλά των 101 νέων διατάξεων που κρίθηκαν ως απαραίτητες αλλαγές σε έναν Ποινικό Κώδικα που ουσιαστικά εφαρμόστηκε μόνο το διάστημα της πανδημίας με εξαιρετικά μειωμένη δραστηριότητα των δικαστηρίων.
Κι αν η προηγούμενη και απολύτως αντιπροσωπευτική Νομοπαρασκευαστική Αργυρόπουλου επεξεργάστηκε για μεγάλο χρονικό διάστημα τον νέο Ποινικό Κώδικα, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε να τον τροποποιήσει αρχικά μόλις ανέλαβε, λες και επρόκειτο για μια απλή υπουργική απόφαση, ενώ στη συνέχεια συγκρότησε και την επιτροπή Μαργαρίτη για να ελέγξει μέσα σε έναν μόλις χρόνο την εφαρμογή του και τελικά να καταλήξει στις τωρινές αλλαγές επί το αυστηρότερο. Σε κάθε περίπτωση, στο σύνολο των άρθρων υπάρχουν αρκετές τεχνικές βελτιώσεις σε διατάξεις που λύνουν προβλήματα όπως π.χ. στα σεξουαλικά εγκλήματα. Υπάρχουν όμως και «πονηρές» λεξούλες που αλλοιώνουν το πνεύμα κάποιων διατάξεων.
Αξίζει να θυμίσουμε εδώ ότι ήδη στην Ελλάδα το ποινικό σύστημα και οι βαριές ποινές άφηναν επί χρόνια άφωνους τους Ευρωπαίους δικαστές, δεδομένου ότι κανένα σύγχρονο κράτος δεν διαθέτει τόσους ισοβίτες και τόσες μακροχρόνιες παραμονές στη φυλακή. Η μακροχρόνια παραμονή και η πλήρης απουσία ευεργετικών μέτρων για τον σωφρονισμό και την επανένταξη χωρίς υποτροπές έχει προ πολλού αποδειχτεί ατελέσφορη και καταστροφική.
Παρ’ όλα αυτά, το επιτελικό κράτος με τη σύμφωνη ασφαλώς γνώμη των νομικών που προτείνουν τις σημερινές αλλαγές, θεωρεί ότι οι σκληρότερες τιμωρίες και ο περιορισμός της δικανικής κρίσης είναι το μόνο φάρμακο για την εγκληματικότητα.
Οι γυναικοκτονίες, το βιτριόλι (παραμόρφωση, ως αποτέλεσμα της βαριάς σωματικής βλάβης), τα καμένα δάση ακόμα και οι Τούρκοι ψαράδες μετατράπηκαν, χάρη στους κάθε λογής επικοινωνιολόγους, σε όπλα προετοιμασίας και επαναφοράς ενός ιδιαίτερα σκληρού ποινικού συστήματος ανεξάρτητα από το αν αυτό αποδείχτηκε διαχρονικά ως αναποτελεσματικό και ακραίο.
Εξευτελιστική είναι και η αναβάθμιση «παραδοσιακών» εγκλημάτων όπως αυτό της αιμομιξίας, που γίνεται μάλιστα κακούργημα. Μια πράξη που σε πολλές χώρες της Ευρώπης δεν τιμωρείται π.χ. Γαλλία, Ισπανία, Ρωσία, Βέλγιο, Ολλανδία ή τιμωρείται με ήπιες ποινές και που στην Ελλάδα, με βάση τα πλέον πρόσφατα στατιστικά στοιχεία από τα δικαστήρια (δηλαδή του 2010), έχουμε ετησίως από μηδέν μέχρι τέσσερις καταδίκες.
Είναι, τέλος, υποκριτικό το ενδιαφέρον για τους ανηλίκους –παρά τα όποια θετικά σημεία αλλαγών, π.χ. την παράταση του χρόνου παραγραφής– τη στιγμή που οι ίδιοι έχουν ακυρώσει τον έτοιμο στην Ελλάδα και διεθνώς αναγνωρισμένο θεσμό «Σπίτι του Παιδιού», όπου θα κατέθεταν χωρίς προβλήματα τα παιδιά-θύματα κακοποίησης.
Μια άλλη εξαιρετικά προβληματική επιλογή είναι η επαναφορά της δυνητικής διακινδύνευσης (ευτυχώς τουλάχιστον δεν ίσχυσε η διαρροή περί αφηρημένης διακινδύνευσης). Με απλά λόγια, ενώ ο Π.Κ. του 2019 αναφέρει ότι τιμωρείται ο δράστης εφόσον αποδειχτεί ότι προέκυψε κίνδυνος από τη συμπεριφορά του, τώρα, ακόμα κι αν δυνητικά θα μπορούσε να προκύψει κίνδυνος, ο δράστης αυτός τιμωρείται. Αυτό σημαίνει ότι αν π.χ. κάποιος πετάξει μια πέτρα σε έναν άδειο δρόμο χωρίς να αποδειχτεί ότι κάτι ή κάποιος κινδύνεψε, θα του επιβληθεί ποινή.
Ο Κώδικας Τσιάρα – Μητσοτάκη τιμωρεί την ανθρωποκτονία πάντα με ισόβια. Ο Κώδικας του 2019 λέει ότι «Οποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών». Η πρόβλεψη σε πολλά αδικήματα μόνο της ισόβιας κάθειρξης αρχικά καταλύει την αρχή του Π.Κ. για τη διαζευκτική πρόβλεψη της ισόβιας με την πρόσκαιρη κάθειρξη, καταργεί τον θεσμό της επιμέτρησης της ποινής και βέβαια ακυρώνει τον ρόλο του δικαστή, αφού αυτός δεν θα μπορεί να εκτιμήσει την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση και να επιβάλει τη δέουσα ποινή.
Παρόμοιες είναι και οι αλλαγές για πολλά άλλα αδικήματα αλλά και για τις δυνατότητες αναστολής ποινών που περιορίζονται εξαιρετικά και στην ουσία καταργείται το κίνητρο των καταδικασμένων να αλλάξουν συμπεριφορές, έτσι ώστε να έχουν ευνοϊκότερη μεταχείριση.
Αυτή είναι άλλη μια επικίνδυνη επιλογή, δεδομένου ότι οι μελλοντικοί εγκληματίες δεν θα έχουν ποτέ δεύτερες σκέψεις για την πράξη τους, μια και σε κάθε περίπτωση θα ξέρουν ότι η ποινή τους θα είναι ισόβια. Εξαιρούνται φυσικά οι τραπεζίτες, μια και ξεχάστηκε πάλι το αυτεπάγγελτο γι’ αυτούς. Υποκριτικό είναι και το ενδιαφέρον για τους ανηλίκους, την ώρα που οι ίδιοι έχουν ακυρώσει το λεγόμενο «Σπίτι του Παιδιού», όπου θα κατέθεταν χωρίς προβλήματα τα παιδιά-θύματα κακοποίησης.
Η απρόσφορη απόπειρα
Ενα άλλο εξαιρετικά αναχρονιστικό και αντίθετο με τη εγκληματολογία του 21 αιώνα είναι το θέμα της απρόσφορης (αποτυχημένης) απόπειρας.
Η ατιμωρησία της απρόσφορης απόπειρας ήταν ένα μεγάλο βήμα του ΠΚ του 2019. Τώρα με προσθήκη άρθρου προβλέπεται ότι «Οποιος επιχείρησε να εκτελέσει έγκλημα με μέσο ή κατά αντικειμένου τέτοιας φύσης ώστε να αποβαίνει απολύτως αδύνατη η τέλεση του εγκλήματος αυτού τιμωρείται με την ποινή του άρθρου 83 μειωμένη στο μισό». «Είναι προτιμότερο να μην τιμωρηθεί ένας αφελής υποψήφιος δολοφόνος παρά να εκτεθούν σε κίνδυνο τιμώρησης δεκάδες άνθρωποι για το “εγκληματικό τους φρόνημα” χωρίς αντικειμενική απόδειξη της επικινδυνότητάς τους» έγραφε ο Ι. Μανωλεδάκης το 2005 στο βιβλίο του για το Ποινικό Δίκαιο.
Είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι ο καθηγητής Λ. Μαργαρίτης (πρώην μαθητής του Μανωλεδάκη), έχοντας κλείσει τα 67 του χρόνια και έχοντας δικηγορήσει ως περιζήτητος συνήγορος και διδάξει τόσους φοιτητές, προτείνει σήμερα μια διάταξη για την κατάργηση της οποίας είχε δώσει και ο ίδιος προσωπική μάχη, σε άρθρο του στη διμηνιαία «Επιθεώρηση Νομολογίας» για το θέμα της απρόσφορης απόπειρας και χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα κατηγορούμενο που επιχείρησε απροσφόρως (χωρίς επιτυχία) να αγοράσει, να εισαγάγει και να πουλήσει ναρκωτικά και που στη συνέχεια αποδείχτηκε ότι αντί για ηρωίνη του είχαν πουλήσει άσπρη σκόνη:
«Η απρόσφορη απόπειρα, ως αξιόποινη δραστηριότητα έχει αναντίρρητα δύο βασικά μειονεκτήματα: ένα δικαιοπολιτικό και ένα δογματικό. Ειδικότερα: Στην περίπτωση της απρόσφορης απόπειρας συγκεκριμένη διακινδύνευση εννόμου αγαθού στην εμπειρική του ατομικότητα είναι εξ ορισμού αδύνατη. Συνακόλουθα η τιμώρησή της ως αποδοκιμασία μόνον της εγκληματικής βουλήσεως του δράστη μπορεί να ερμηνευτεί. Τούτο βέβαια σημαίνει ότι η απρόσφορη απόπειρα δικαιοπολιτικά συνιστά αξιόποινο μέγεθος απόλυτα ασυμβίβαστο με την αρχή του αντικειμενικού αδίκου (βασική αρχή κάθε φιλελεύθερου δικαιικού συστήματος), λόγος για τον οποίον προτείνεται η κατάργησή της σχετικής με την τιμώρησή της προβλέψεως».
Ο κ. Μαργαρίτης επικαλείται στη συνέχεια τη σύμφωνη άποψη του Μανωλεδάκη, ενώ, συνεχίζοντας το επιχείρημά του, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο δράστης θα πρέπει ως εκ τούτου να παραμείνει ατιμώρητος. Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον εδώ να διαπιστωθεί αν το πόρισμα Μαργαρίτη διαψεύδει τον ίδιο ή είναι μια αυθαίρετη προσθήκη του υπουργού που τον διόρισε πρόεδρο της επιτροπής.
Το επιτελικό κράτος διακαώς επιθυμεί να ποινικοποιήσει την πρόθεση ή ακόμα και την όποια αποτυχημένη ενέργεια τώρα που ετοιμάζει πολυτελείς φυλακές και στρατόπεδα με ΣΔΙΤ και αναδόχους.
