Την ενοχή των υπευθύνων της ακτοπλοϊκής εταιρείας ΑΝΕΚ για το πολύνεκρο δυστύχημα του επιβατηγού-οχηματαγωγού πλοίου «Νorman Atlantic», σημαίας Ιταλίας και ναυλωμένο από την ΑΝΕΚ, αποφάσισε το Β’ Τριμελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά και καταδίκασε πέντε από τους συνολικά έντεκα κατηγορούμενους: τον διευθύνοντα σύμβουλο της ΑΝΕΚ Γιάννη Βαρδινογιάννη, τον πρόεδρο της εταιρείας Γιώργο Κατσανεβάκη, τον υπάλληλο της εταιρείας που επέβαινε στο πλοίο Παύλο Φαντάκη, τον ναύκληρο Παναγιώτη Στεργιώτη και το μέλος του πληρώματος Λάζαρο Χατζηαβραμίδη.
Οι τέσσερις πρώτοι καταδικάστηκαν και για τα τρία αδικήματα που κατηγορούνταν (ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή, εμπρησμό από αμέλεια από τον οποίο προέκυψε κίνδυνος για ανθρώπους και ξένα πράγματα και για επικίνδυνες παρεμβάσεις στη συγκοινωνία πλοίων από αμέλεια), ενώ ο πέμπτος, για το αδίκημα ανθρωποκτονίας δέκα ατόμων από αμέλεια. Αθώοι κρίθηκαν έξι Ελληνες ναυτικοί που ήταν μέλη του πληρώματος.
Την ενοχή των κατηγορουμένων είχε προτείνει και ο εισαγγελέας της έδρας Γιώργος Πέτρος, σημειώνοντας στην αγόρευσή του ότι «δεν υπέδειξαν τη δέουσα προσοχή που έπρεπε να δείξει κάθε ευσυνείδητος άνθρωπος με την κοινή πείρα και λογική. Η θάλασσα δεν είναι παιχνίδι, υπάρχει υποχρέωση προστασίας των επιβαινόντων, θα μπορούσαν να έχουν αποτρέψει τη φωτιά», ενώ συγκλονιστικές ήταν οι καταθέσεις συγγενών των θυμάτων και αυτοπτών μαρτύρων που περιέγραψαν στους δικαστές τις αγωνιώδεις προσπάθειές τους να κρατηθούν στη ζωή τη νύχτα της 28.12.2014 ενώ το πλοίο καιγόταν και επικρατούσε χάος και πανικός.
Τα ελαφρυντικά
Κατά την ακροαματική διαδικασία αποδείχθηκαν, επίσης, η ασυνεννοησία μεταξύ ελληνικού και ιταλικού πληρώματος, η μη εφαρμογή σχεδίου έκτακτης ανάγκης που είχε αποτέλεσμα δώδεκα νεκρούς και 18 μέχρι σήμερα αγνοούμενους και οι εγκληματικές ευθύνες της ΑΝΕΚ αναφορικά με τα υπεράριθμα οχήματα, τις αποστάσεις ασφαλείας που δεν τηρήθηκαν και τους ελέγχους των συνδέσεων μεταξύ των σημείων/βυσμάτων ψυγείων στο γκαράζ 4, όπου ξέσπασε η φωτιά.
Αιχμηρός ήταν ο εισαγγελέας και στην πρότασή του επί των ελαφρυντικών, με δεδομένο ότι οι κατηγορίες είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα: «Δεν έχει νόημα να μιλάμε για ελαφρυντικά όταν έχουν χαθεί πολλές ζωές και διακινδύνευσαν εκατοντάδες ακόμα. Μετά την τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα η ανώτερη ποινή για τις ανθρωποκτονίες κατά συρροή είναι τα πέντε έτη. Δεν ικανοποιείται η Δικαιοσύνη, αλλά υποχρεούμαστε να το εφαρμόσουμε».
Ομως το δικαστήριο έκανε δεκτό το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου και για τους πέντε κατηγορούμενους, ενώ αναγνώρισε στον Π. Στεργιώτη και το ελαφρυντικό της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη. Ετσι, οι Γ. Βαρδινογιάννης και Γ. Κατσανεβάκης καταδικάστηκαν σε ποινές βάσης 3 ετών για κάθε θάνατο και από 2 έτη και 18 μήνες, αντίστοιχα, για τα αδικήματα του εμπρησμού και της διατάραξης θαλάσσιας κυκλοφορίας, αλλά ύστερα από τις συγχωνεύσεις των ποινών τούς επιβλήθηκε ποινή πέντε ετών στον καθένα, μετατρέψιμων σε 20 ευρώ την ημέρα.
Με αναστολή
Πενταετής ήταν και η ποινή των άλλων τριών καταδικασθέντων, μετατρέψιμων σε 10 ευρώ την ημέρα για τον Π. Φαντάκη και 5 ευρώ την ημέρα για τον Λ. Χατζηαβραμίδη και τον Π. Στεργιώτη. Οι ποινές έχουν ανασταλτικό χαρακτήρα μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν αναμένεται να αργήσει δεδομένου ότι τα αδικήματα παραγράφονται στο τέλος του 2022. Αλλωστε, σε εξέλιξη είναι η εκδίκαση της υπόθεσης και στα ιταλικά δικαστήρια, όπου στο εδώλιο, εκτός από τους Ελληνες κατηγορούμενους, κάθονται ο Ιταλός πλοίαρχος και μέλη του ιταλικού πληρώματος.
Οπως δήλωσε στην «Εφ.Συν.» η δικηγόρος πολιτικής αγωγής Σιλίνα Παυλάκη, του δικηγορικού γραφείου Παυλάκης-Μόσχος και Συνεργάτες, στον Πειραιά, «η απόφαση του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά είναι αναμφίβολα ένας δικαστικός σταθμός στη δικαστική διαδρομή αυτής της ναυτικής τραγωδίας και ικανοποίησε τα θύματα. Ο αγώνας συνεχίζεται στην Ιταλία, τόσο στην ποινική δίκη όσο και στην αστική διαδικασία για την αποζημίωση των θυμάτων».
