Την πρώτη καταδίκη εκπαιδευτικού για μη τήρηση του υποχρεωτικού μέτρου χρήσης της μάσκας στη σχολική αίθουσα αποφάσισε χθες το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και επέβαλε ποινή φυλάκισης 12 μηνών, με τριετή αναστολή, σε φιλόλογο του ΕΠΑΛ Υμηττού.
Η καθηγήτρια στην απολογία της παραδέχτηκε ότι έκανε «αρκετά εκτεταμένη χρήση διαλείμματος της μάσκας», ισχυρίστηκε ότι αυτό οφείλεται στο ότι υπερέβαλε εαυτόν την ώρα του μαθήματος και επικαλέστηκε λόγους υγείας (ωτίτιδα) που την ταλαιπωρούσαν κατά καιρούς. Είπε, επίσης, ότι δεν κατάλαβε ότι η αποχή των μαθητών οφειλόταν στην απόφασή της να μη φοράει μάσκα και επαναλάμβανε ότι φρόντιζε να τηρούνται οι αποστάσεις και να είναι ανοιχτά τα παράθυρα.
Παραδέχτηκε ότι μαθητής της Β’ Λυκείου τής ζήτησε να φορέσει τη μάσκα επειδή έχει καρκινοπαθή μητέρα αλλά, όπως είπε, αυτό έγινε μέσα σε ένα κλίμα οχλαγωγίας και δεν το θεώρησε σημαντικό. Τη δέουσα προσοχή δεν έδωσε ούτε όταν η μητέρα τού μαθητή ζήτησε από τον διευθυντή να υποβάλει αναφορά σε βάρος της, ούτε όταν έγγραφο της Διεύθυνσης Εκπαίδευσης την έθετε σε ολιγοήμερη αργία.
«Κατάλαβα πολύ αργά τι συνέβαινε και εξεπλάγην», ανέφερε η εκπαιδευτικός και ο εισαγγελέας της έδρας παρατήρησε κατά την αγόρευσή του: «Πραγματικά το κατάλαβε πολύ αργά, αλλά αναρωτιέμαι αν έχει καταλάβει ακόμα και τώρα την επικινδυνότητα της κατάστασης, στους δύσκολους καιρούς που ζούμε και σε αυτούς που θα έρθουν». Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο εισαγγελέας σε φράσεις της κατηγορούμενης όπως «αποφάσισα να κάνω μεγαλύτερα διαλείμματα μάσκας από τα προβλεπόμενα / έκρινα ότι δεν ήταν η κατάλληλη ώρα για να μιλήσω με τον διευθυντή / η γνώμη μου είναι ότι η εύρυθμη λειτουργία του σχολείου δεν διακοπτόταν εξαιτίας μου». Οπως σχολίασε ο εισαγγελικός λειτουργός, «η κατηγορούμενη αποφάσιζε ό,τι ήθελε και αναβίβασε εαυτήν σε λοιμωξιολόγο. Αν ο καθένας ερμηνεύει κατά το δοκούν τους νόμους, οδηγούμαστε σε μια κοινωνία ανομίας».
Ο διευθυντής του σχολείου κατέθεσε ότι δεν μπόρεσε να καταλάβει για ποιον λόγο η καθηγήτρια δεν συμμορφωνόταν στις επανειλημμένες συστάσεις του και είπε ότι αναγκάστηκε να προβεί σε μήνυση εναντίον της όταν η καθηγήτρια αρνούνταν να αποχωρήσει από το σχολείο παρά την αργία που της επιβλήθηκε. Εξήρε, ωστόσο, την επαγγελματική της κατάρτιση και την αφοσίωση στα εκπαιδευτικά καθήκοντά της.
Αυτό προέκυψε και από την κατάθεση φίλης τής κατηγορούμενης, που διαβεβαίωσε το δικαστήριο για το πόσο σοβαρή, συγκροτημένη και ευσυνείδητη είναι η εκπαιδευτικός, που σε καμία περίπτωση δεν θα εξέθετε σε κίνδυνο μαθητές και συναδέλφους της.
Ομως, η δίκη αφορούσε τα αδικήματα της παραβίασης των μέτρων κατά της εξάπλωσης του κορονοϊού και της διατάραξης λειτουργίας υπηρεσίας, για τα οποία η εκπαιδευτικός κρίθηκε ένοχη. Οι δικαστές τής αναγνώρισαν το ελαφρυντικό του πρότερου σύννομου βίου, αλλά στα πρακτικά καταγράφηκε η διαφωνία του εισαγγελέα επειδή κατά την ακροαματική διαδικασία αποδείχθηκε ότι η καθηγήτρια είχε παραπεμφθεί και στο παρελθόν σε πειθαρχικό, για άλλο ζήτημα.
Ο εισαγγελέας πρότεινε επίσης να ανασταλεί μέρος της ποινής και όχι ολόκληρη και να διαταχθεί η κράτηση της καθηγήτριας για δέκα μέρες, προκειμένου να συνειδητοποιήσει τη σοβαρότητα της κατάστασης, αλλά η έδρα αποφάσισε τριετή αναστολή στην έκτιση της ποινής.
