Είτε λόγω του φόβου για τον κορονοϊό είτε γιατί κοντεύουν πια έξι χρόνια από τη στυγνή δολοφονία του συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη και έχουν περάσει περισσότερα από τέσσερα από την πρωτόδικη καταδίκη των δύο κατηγορουμένων σε ισόβια για τη δολοφονία και σε άλλα τέσσερα χρόνια για ληστεία, η δίκη σε δεύτερο βαθμό των δύο κατηγορουμένων στο Τριμελές Μικτό Ορκωτό Κακουργιοδικείο διεξάγεται σε σχεδόν άδεια αίθουσα.
Στις τρεις πρώτες συνεδριάσεις της δίκης που ξεκίνησε στα τέλη Σεπτεμβρίου ήταν σποραδικές οι εμφανίσεις κάποιου μέλους της συγγραφικής οικογένειας του θύματος, στο πλευρό της μοναδικής συγγενή και κληρονόμου του που παρακολουθεί τη διαδικασία και βέβαια του στενού συνεργάτη του θύματος, συγγραφέα Θάνου Φωσκαρίνη, που κατέθεσε πώς ανακάλυψε τον συγγραφέα στο κρεββάτι του διαμερίσματός του στην Κυψέλη στις 5 Ιουλίου 2014 με το πρόσωπο γεμάτο μώλωπες.
Κατέθεσε επίσης πώς είχε εξελιχθεί η σχέση του συγγραφέα με τον ένα κατηγορούμενο, 30 ετών σήμερα, μια σχέση πνευματική και σεξουαλική για περίπου δέκα χρόνια, με τον κατηγορούμενο να ζητά και να δέχεται συνεχώς χρήματα, μια χειρονομία που ο συγγραφέας είχε σταματήσει το τελευταίο διάστημα πριν τη δολοφονία του. Μικρότερης χρονικής διάρκειας ήταν η σχέση του συγγραφέα με τον άλλο κατηγορούμενο.
Κατά τη διάρκεια της πρωτόδικης διαδικασίας, ο καθένας αρνήθηκε μετά βδελυγμίας την ερωτική σχέση του ίδιου με το θύμα, μίλησε όμως ξεκάθαρα για την ερωτική σχέση του συγκατηγορουμένου του με το θύμα, και επέμεινε ο καθένας σε μια εκδοχή γεγονότων που ενοχοποιούσε τον άλλο. Συμφώνησαν όμως πως το απόγευμα μέχρι αργά το βράδυ της μοιραίας ημέρας, περίμεναν και οι δύο τον συγγραφέα να επιστρέψει στο διαμέρισμά του, με σκοπό να του ζητήσει ο ένας 20-30 ευρώ για να βγει το βράδυ σε κλαμπ της πλατείας Αττικής.
Η άδεια αίθουσα του δικαστηρίου την Παρασκευή βρισκόταν σε αισθητή αντίθεση με την κατάμεστη αίθουσα στο πρώτο δικαστήριο, όπου ομότεχνοι και φίλοι διατύπωναν με την παρουσία τους το αίτημα να αποδοθεί δικαιοσύνη, παρακολουθούσαν με αγωνία τους δύο κατηγορούμενους να επιχειρούν να τα ρίξουν ο ένας στον άλλο ή κρυφογελούσαν με τις εκμυστηρεύσεις του Αλέξη Κούγια, συνηγόρου του ενός κατηγορουμένου, που έλεγε ότι δεν έχει διαβάσει λογοτεχνικό βιβλίο από το 1974. Πιο συχνά όμως αγανακτούσαν με το ρεσιτάλ ομοφοβίας που έδινε στη αίθουσα συχνά πυκνά ο κ. Κούγιας, που δεν δίστασε να σκυλεύσει τη μνήμη του νεκρού, αποκαλώντας τον «μέγιστο λογοτέχνη, αλλά διεστραμμένο άνθρωπο», εκμαυλιστή και εκτροπέα προσωπικοτήτων, επεκτείνοντας μάλιστα τους χαρακτηρισμούς και σε ολόκληρη τη συγγραφική οικογένεια που παρευρισκόταν.
Η οικιακή βοηθός
Είχε φτάσει μάλιστα να χαρακτηρίσει «δικαιολογημένα καμιά φορά» τα αστυνομικά βασανιστήρια, λέγοντας ότι ο ίδιος είναι γιος χωροφύλακα στον Εμφύλιο, επιχειρώντας να πει ότι οι καταθέσεις των κατηγορουμένων ήταν αποτέλεσμα βασανιστηρίων εκ μέρους της αστυνομίας. Αλλά το πιο εξωφρενικό, σε μια επίδειξη ομοφοβικού παροξυσμού, έφτασε στο σημείο να δικαιολογήσει πρακτικές αυτοδικίας: «Η πράξη του κατηγορούμενου μπορεί να έσωσε πολλά παιδιά, αυτή είναι η πραγματικότητα. Εμένα αν μου το ’χε κάνει ο αείμνηστος, θα του είχα κόψει και τα γεννητικά όργανα και τα χέρια και τα πόδια» είχε πει στο πρώτο δικαστήριο.
Αλλά και στον δεύτερο βαθμό επαναλάμβανε τα επιχειρήματα που είχε απορρίψει το πρωτόδικο δικαστήριο, αναφέροντας ότι δεν είχαν βρεθεί ίχνη των κατηγορουμένων στο σώμα του δολοφονημένου συγγραφέα ή αμφισβητώντας την προανακριτική διαδικασία και εγκαλώντας τους αστυνομικούς ότι δεν εξέτασαν το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας μέχρι τέλους. Η δίκη θα συνεχιστεί στις 20 Οκτωβρίου με την κατάθεση οικιακής βοηθού του θύματος, η οποία δεν είχε προλάβει να παραστεί έγκαιρα στο δικαστήριο την Παρασκευή.
