Τρία χρόνια μετά την έναρξη εκδίκασης ενός από τα μεγαλύτερα οικονομικά σκάνδαλα, των επισφαλών δανείων της Proton Bank, ύψους άνω των 700 εκατ. ευρώ, η εισαγγελέας της έδρας του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών πρότεινε την ενοχή του Λαυρέντη Λαυρεντιάδη και άλλων 26 από τους συνολικά 43 κατηγορούμενους για τα αδικήματα κατά περίπτωση της απάτης, της συνέργειας σε απάτη, της απιστίας και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Δίκη για τα επισφαλή δάνεια της Proton Bank ύψους άνω των 700 εκατ. ευρώ
Σύμφωνα με την εισαγγελική λειτουργό, ο Λ. Λαυρεντιάδης, μαζί με στενούς συνεργάτες του και με διοικητικά στελέχη της Proton Bank, κατέστρωσαν και υλοποίησαν σχέδιο παράνομης άντλησης κεφαλαίων από την τράπεζα της οποίας ο επιχειρηματίας είχε αποκτήσει τον έλεγχο. Τα ποσά δόθηκαν χωρίς τις απαιτούμενες εξασφαλίσεις, υπό μορφή παράνομων πιστοδοτήσεων, σε νεοπαγείς εταιρείες που δημιουργήθηκαν από τους συγκατηγορούμενους και συνεργούς του Λ. Λαυρεντιάδη, προκειμένου αυτοί να αγοράσουν εταιρείες του ομίλου του που μόνο τυπικά εκποιήθηκαν.

Ετσι, οι εταιρείες παρέμειναν επί της ουσίας συνδεδεμένες με τον Ομιλο Λαυρεντιάδη και ελέγχονταν από αυτόν, ενώ τα κεφάλαια, ύψους εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ, φαίνεται ότι εξυπηρέτησαν ανάγκες ρευστότητας των συνδεδεμένων εταιρειών και της καταρρέουσας εταιρείας του Λαυρεντιάδη, Alapis, που δραστηριοποιούνταν στον χώρο της υγείας. Παρά την κραταιή εικόνα που εμφάνιζε παραπλανητικά η Alapis, στην πραγματικότητα βρισκόταν σε δεινή οικονομική κατάσταση, κάτι που γνώριζαν οι κατηγορούμενοι.
Πολύ σύντομα η εταιρεία κατέρρευσε και μεγάλο μέρος των επίμαχων χρηματικών ποσών κατέληξε σε προσωπικούς λογαριασμούς κατηγορουμένων, για τους οποίους η εισαγγελέας πρότεινε να κριθούν ένοχοι για «ξέπλυμα βρόμικου χρήματος».
Η απάτη
Για να εξασφαλίσουν κεφάλαια για τη χρεοκοπημένη Alapis, ο Λ. Λαυρεντιάδης και πέντε συγκατηγορούμενοί του εξαπάτησαν στελέχη των εταιρειών του Ομίλου Sciens και απέσπασαν το ποσό των 35 εκατομμυρίων ευρώ μέσω επένδυσης σε ακίνητα σε αξία πολλαπλάσια της εμπορικής τους, τα οποία επαναμίσθωναν εταιρείες που κατ’ ουσίαν ανήκαν στον όμιλο Alapis. Για να καταφέρουν την επιζήμια αυτή συμφωνία, οι κατηγορούμενοι έδιναν ψευδείς βεβαιώσεις ότι δήθεν η δωδεκαετής μίσθωση ακινήτων ήταν εξασφαλισμένη από την υποτιθέμενη ισχυρή οικονομική θέση της Alapis και του Λαυρεντιάδη.
Η εισαγγελέας πρότεινε την αθώωση 16 κατηγορούμενων, μεταξύ αυτών και μελών της οικογένειας του Λαυρεντιάδη, κρίνοντας ότι δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή τους στην εξεταζόμενη απάτη, ούτε η πρόθεσή τους να ζημιώσουν την περιουσία της Proton Bank. Ζήτησε, επίσης, την απαλλαγή όσων κατηγορούμενων αντιμετώπιζαν το αδίκημα της υπεξαίρεσης και της εγκληματικής οργάνωσης, κρίνοντας ότι η δομή της ομάδας ήταν περισσότερο ευκαιριακή, χωρίς σκοπό να αναπτυχθεί εγκληματική δράση σε βάθος χρόνου.
