ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Μαρία Δήμα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο νέος θεσμός, που έγινε πλέον νόμος, οδηγεί, σύμφωνα με την άποψη μεγάλης μερίδας του νομικού κόσμου, στην ιδιωτικοποίηση της παροχής δικαστικής προστασίας, ευνοεί τις μεγάλες εταιρείες, αυξάνει το κόστος για τον πολίτη και εκμεταλλεύεται την αγωνία των δικηγόρων να αποκτήσουν το προσόν του διαμεσολαβητή, καταβάλλοντας σημαντικά ποσά. Τρεις εκπρόσωποι αριστερών παρατάξεων καταθέτουν την αγωνία τους.

Σαν να μην έφτανε η αύξηση του κόστους πρόσβασης στη Δικαιοσύνη με το δικαστικό ένσημο, που αποτρέπει τον μέσο πολίτη να αναζητήσει το δίκιο του, με συνέπεια η Δικαιοσύνη να είναι μόνο για τους οικονομικά ισχυρούς, κατέφτασε και ο θεσμός της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης, που πλέον έγινε νόμος, όπου η Δικαιοσύνη κινδυνεύει να ξεφύγει από τους δικαστές και να τεθεί υπό τον πλήρη έλεγχο εταιρειών και κεφαλαίου.

Η Δικαιοσύνη θα ιδιωτικοποιηθεί, από ανθρώπους που έχουν άγνοια από νόμους, φωνάζουν μεγάλη μερίδα του δικηγορικού κόσμου αλλά και η ίδια η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων. Παράλληλα, αποτελεί μια αγορά για την εκμετάλλευση της αγωνίας των δικηγόρων να αποκτήσουν ολοένα και περισσότερα προσόντα, να γίνουν ανταγωνιστικοί, αλλά στο τέλος να χάνουν τις υποθέσεις από τα… μεγάλα ψάρια που είναι οι δικηγορικές εταιρείες και τα μεγάλα δικηγορικά γραφεία που μπορούν να σηκώσουν και το υψηλό κόστος της εκπαίδευσης διαμεσολάβησης – κόστος που αγγίζει τα 3.000 ευρώ.

Τρεις δικηγόροι, οι δύο μέλη του Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου της Αθήνας και ο ένας πρώην μέλος, εκπρόσωποι αριστερών παρατάξεων στο μεγαλύτερο επιστημονικό σωματείο της χώρας, καταθέτουν στην «Εφ.Συν.» την αγωνία τους για τον κίνδυνο απομάκρυνσης του πολίτη από τον φυσικό του δικαστή και όχι μόνο, αφού το δίκαιο περνά σε «ξένα» χέρια, με την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης, που κάνει το ντεμπούτο της για τις οικογενειακές διαφορές στις 15 Ιανουαρίου 2020.

Θεόδωρος Συμεωνίδης, δικηγόρος, πρώην μέλος του Δ.Σ. του ΔΣΑ

«Απονομή “δικαιοσύνης” από ανθρώπους έχοντες άγνοια από νόμους και δίκαιο»

«Η διαμεσολάβηση καθίσταται υποχρεωτική σε αστικές και εμπορικές διαφορές, επί ποινή απαραδέκτου του ενδίκου βοηθήματος. Συγκεκριμένα, θεσπίζεται υποχρεωτική διαμεσολάβηση σε οικογενειακές διαφορές, σε διαφορές που υπάγονται στην τακτική διαδικασία και στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, και σε διαφορές για τις οποίες σε έγγραφη συμφωνία των μερών προβλέπεται και είναι σε ισχύ ρήτρα διαμεσολάβησης. Εξαιρούνται της υποχρεωτικότητας οι διαφορές στις οποίες διάδικος είναι το Δημόσιο, Οργανισμός Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου.

Ο νόμος προβλέπει “οικονομικές” ποινές (από 100 έως 500 ευρώ) για τον διάδικο που δεν προσέρχεται στη διαμεσολάβηση πέραν της ποινής του απαραδέκτου. Ορίζει αμοιβή του διαμεσολαβητή 50 ευρώ στην αρχική συνεδρία και 80 ευρώ ωριαία αμοιβή.

Ο ως άνω νόμος της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης αυξάνει ευθέως το κόστος πρόσβασης στη Δικαιοσύνη, σε μια εποχή που το εισόδημα της μέσης ελληνικής οικογένειας συμπιέζεται (εδώ και μία δεκαετία περίπου) και εξυπηρετεί σκοπούς ξένους προς την απονομή δικαιοσύνης. Δεν είναι τυχαίο ότι το Δ.Σ. του Δικηγορικού Συλλόγου Αθήνας είχε “εγκρίνει” την υποχρεωτική διαμεσολάβηση σε κάποιες υποθέσεις. Διαμεσολαβητής δύναται να γίνει ο κάτοχος πτυχίου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (ακόμη και αν δεν έχει καμία σχέση με τη νομική), ενώ ο νόμος προβλέπει και εταιρείες διαμεσολάβησης. Η διαμεσολάβηση αποτελεί και μια αγορά για την εκμετάλλευση της αγωνίας δικηγόρων (και όχι μόνο) να αποκτήσουν “προσόντα” ώστε να επιβιώσουν σε ένα ολοένα και περισσότερο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Αυτόν τον ανταγωνισμό προωθούν και οι νεοφιλελεύθερες αντιλήψεις διαχείρισης των δικηγορικών συλλόγων, όπως Αθήνας, Θεσσαλονίκης κ.ά.

Ακόμη, με τον θεσμό της “υποχρεωτικής διαμεσολάβησης” επιτυγχάνονται η ιδιωτικοποίηση της Δικαιοσύνης και η απονομή “δικαιοσύνης” από ανθρώπους έχοντες άγνοια από νόμους, δίκαια κ.ά. Δεν θα πρέπει να αποκλείσουμε και ειδικές διαδικασίες (όπως οι εργατικές υποθέσεις) να ενταχθούν αργότερα στην υποχρεωτική διαμεσολάβηση (κάτι τέτοιο θα ήταν προκλητικό σε αυτή την πρώιμη φάση), ενώ είναι βέβαιο ότι στόχος είναι να ενταχθούν στην υποχρεωτική διαμεσολάβηση όλες οι διαφορές στις οποίες διάδικοι είναι οι ασφαλιστικές εταιρείες, οι τράπεζες κ.λπ.

Η υποχρεωτική πλέον αύξηση του κόστους πρόσβασης στη Δικαιοσύνη λειτουργεί αποτρεπτικά για τον μέσο πολίτη να διεκδικήσει το δίκιο του. Και βέβαια είναι γνωστό ότι σε μια διαφορά εάν υπάρχει βούληση των διαδίκων για συμβιβαστική διευθέτηση αυτής, θα επιλυθεί η διαφορά αυτή (με τη συμμετοχή των δικηγόρων των διαδίκων) και χωρίς την “υποχρεωτική” απεύθυνση σε κάποιον που στερείται τις νομικές γνώσεις. Οπως είναι επίσης εύλογο ότι εάν δεν υπάρχει η βούληση της εξωδικαστικής διευθέτησης, όσοι “διαμεσολαβητές” και αν παρέμβουν, αυτές οι παρεμβάσεις θα είναι κενές περιεχομένου.

Ακόμη και η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων έχει χαρακτηρίσει τον θεσμό της “υποχρεωτική διαμεσολάβησης” ιδιωτικοποίηση της Δικαιοσύνης και έχει επισημάνει το λανθασμένο της απονομής της ιδιότητας του διαμεσολαβητή σε οποιονδήποτε ιδιώτη απόφοιτο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς κανένα εχέγγυο προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας. Η δε υπ’ αριθμ. 34/2018 απόφαση της διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου πλειοψηφικά έκρινε αντισυνταγματική τη διαδικασία της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης.

Είναι φανερό ότι με την εφαρμογή της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης επιδιώκεται η απονομή δικαιοσύνης να “ξεφύγει” από τους δικαστές και να καταλήξει σε εταιρείες “διαμεσολαβητών”, ώστε να τεθεί και η Δικαιοσύνη στον πλήρη έλεγχο εταιρειών και κεφαλαίου. Οι δε δικηγορικοί σύλλογοι θα έπρεπε να δίνουν τον αγώνα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των πολιτών και των εργαζομένων, της πρόσβασης και απονομής δικαιοσύνης χωρίς πρόσθετες και αβάσταχτες για το μέσο εισόδημα δαπάνες. Είναι πλέον φανερό ότι οι ηγεσίες των δικηγορικών συλλόγων (κατά πλειοψηφία) αποδεικνύονται απρόθυμες να δώσουν τον αγώνα κατά της υποχρεωτικής διαμεσολάβησης διότι επιλέγουν να ταυτιστούν με τις επιλογές κυβέρνησης-Ε.Ε., επιλογές που στερούν τον πολίτη από τον φυσικό του δικαστή και από τη δυνατότητα πρόσβασης στη Δικαιοσύνη. Ευτυχώς υπάρχει και εκείνη η πλειοψηφία (σιωπηλή ακόμη) που βλέπει αυτές τις επιλογές και κρίνει ότι οι νεοφιλελεύθερες επιλογές της κυβέρνησης και η αγαστή συνεργασία των δικηγορικών συλλόγων με την κυβέρνηση θα σκοντάψουν στις αγωνιστικές διαθέσεις ανατροπής (δικηγόρων, εργαζομένων, νεολαίων και άλλων κομματιών της ελληνικής κοινωνίας) αυτής της πολιτικής».

Αντώνης Αντανασιώτης, μέλος του Δ.Σ. του ΔΣΑ, εκπρόσωπος «Αγωνιστικής Συσπείρωσης Δικηγόρων»

«Νέα εμπόδια για τα λαϊκά στρώματα»

«Ο πρόσφατος Ν.4640/2019 για την υποχρεωτική διαμεσολάβηση στις αστικές και εμπορικές υποθέσεις και τη δημιουργία ιδιωτικών παραδικαστηρίων είναι βέβαιο ότι θα ορθώσει νέα ισχυρά εμπόδια στην πρόσβαση των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων στη Δικαιοσύνη, θα πλήξει τους δικηγόρους με τα χαμηλότερα εισοδήματα, ενώ παράλληλα θα ωφελήσει ποικιλότροπα τους επιχειρηματικούς ομίλους. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η απαράδεκτη επαναφορά του δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές, που ενσωματώθηκε στον νόμο αυτό, με μια άθλια μάλιστα κυβερνητική μεθόδευση. Πρέπει να σημειωθεί ότι τον νόμο ψήφισαν μαζί με τη Ν.Δ. ο ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος άλλωστε είχε πρώτος εισαγάγει την υποχρεωτικότητα της διαμεσολάβησης με τον Ν.4512/2018, όπως και το ΚΙΝ.ΑΛΛ., αφού το ΠΑΣΟΚ ήταν και ο αρχικός εμπνευστής της καθιέρωσης του θεσμού με τον Ν.3898/2010, εκφράζοντας για μία ακόμη φορά τη συναίνεσή τους στα σημαντικά αντιλαϊκά νομοθετήματα.

Σοβαρή ευθύνη για την αρνητική αυτή εξέλιξη έχουν και οι ηγεσίες της ολομέλειας των προέδρων των δικηγορικών συλλόγων, οι οποίες, αντί να αντιταχθούν σθεναρά στην επιβολή της υποχρεωτικότητας της διαμεσολάβησης, με την οποία δήλωναν στα λόγια αντίθετες, παζάρευαν στην πράξη με την κυβέρνηση δευτερεύουσες ρυθμίσεις, εγκαταλείποντας ακόμη και τις υποτυπώδεις κινητοποιήσεις που είχαν αρχικά εξαγγείλει. Αλλωστε, είναι σταθερά υπέρμαχοι του θεσμού και έχουν λάβει συγκεκριμένες πρωτοβουλίες σε αυτή την κατεύθυνση, όπως η ίδρυση του ΟΠΕΜΕΔ, η σύσταση φορέων εκπαίδευσης διαμεσολαβητών κ.ά. Ιδιαίτερα βαριά είναι φυσικά η ευθύνη της πλειοψηφίας του Δ.Σ. του ΔΣΑ, που με μια κατάπτυστη απόφαση τάχθηκε απροκάλυπτα υπέρ της υποχρεωτικότητας της διαμεσολάβησης!

Η πλειονότητα των δικηγόρων που πλήττονται από την αντιλαϊκή πολιτική, οι μισθωτοί και αυτοαπασχολούμενοι με τα χαμηλότερα εισοδήματα έχουν έναν ακόμη σοβαρό λόγο να τους γυρίσουν την πλάτη. Να οργανώσουν τώρα τον αγώνα για τις σύγχρονες ανάγκες και τα δικαιώματά τους, μαζί με τους εργαζομένους και τους άλλους βιοπαλαιστές επιστήμονες, ενάντια στον κοινό και πραγματικό αντίπαλο, την πολιτική που προωθείται από την Ε.Ε. και τις κυβερνήσεις, τους επιχειρηματικούς ομίλους και τους στυλοβάτες τους σε κάθε χώρο».

Δημ. Σαραφιανός, μέλος Δ.Σ. ΔΣΑ

«Το μέτρο είναι αρνητικότατο»

«Ο νόμος περί υποχρεωτικής επιβολής του σταδίου της διαμεσολάβησης συνιστά ένα αρνητικότατο μέτρο. Πρώτον, διότι οδηγεί στην ιδιωτικοποίηση της παροχής δικαστικής προστασίας. Δεύτερον, διότι αυξάνει το κόστος πρόσβασης του πολίτη στη Δικαιοσύνη. Τρίτον, διότι διαμορφώνει μια αγορά στον χώρο της Δικαιοσύνης η οποία θα οδηγήσει στην κατίσχυση των πιο ισχυρών εταιρειών διαμεσολάβησης, όπως αυτές που ετοιμάζουν ασφαλιστικές εταιρείες, τράπεζες, και βεβαίως επειδή διαμορφώνεται και ένα νέο πεδίο εκμετάλλευσης της αγωνίας δικηγόρων αλλά και άλλων επαγγελμάτων που θα κληθούν να καταβάλουν υψηλότατο κόστος για την απόκτηση του προσόντος του διαμεσολαβητή σε ειδικά κέντρα πιστοποίησης διαμεσολαβητών».