Εντείνονται οι αντιδράσεις του δικηγορικού κόσμου για την επαναφορά του δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές, καθώς χθες δώδεκα δικηγόροι και ασκούμενοι δικηγόροι των Αθηνών με κοινή ανακοίνωσή τους, αφού αντιτάσσονται στην επίμαχη επαναφορά του δικαστικού ενσήμου, προτείνουν το δικηγορικό σώμα να κατέλθει σε επιλεκτική-στοχευμένη αποχή από τις δίκες στις οποίες συμμετέχει το Δημόσιο.
Μεταξύ των 12 δικηγόρων που υπογράφουν την ανακοίνωση είναι μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, μέλη (νυν και πρώην) του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενωσης Ασκουμένων και Νέων Δικηγόρων Αθηνών (ΕΑΝΔΑ) και ασκούμενοι δικηγόροι.
Κατ’ αρχάς, οι 12 αναφέρουν ότι «η επαναφορά του δικαστικού ενσήμου στην αναγνωριστική αγωγή αντίκειται στην ίδια την ουσία και τη σημασία της ως ενδίκου βοηθήματος. Μέχρι την κατάργηση της σχετικής ρύθμισης ή την -εκ νέου- κήρυξη της αντισυνταγματικότητάς της από τα δικαστήρια: α) Οποιος μπορεί να πληρώσει δεν έχει λόγο να μην ασκεί απευθείας καταψηφιστική αγωγή, και β) Οποιος δεν μπορεί να πληρώσει στερείται την παροχή δικαστικής προστασίας, κατά παράβαση των άρθρων 8 § 1 και 20 § 1 του Συντάγματος».
Παράλληλα, αναφέρεται ότι «οι επιμέρους ρυθμίσεις, αλλά και ο τρόπος εφαρμογής του νέου νομοθετικού πλαισίου για τη διαμεσολάβηση: α) Δυσχεραίνουν την άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης ενώπιον των δικαστηρίων, κατά παράβαση των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων, και β) Δημιουργούν χαοτική κατάσταση στα δικαστήρια και εξαιρετικά αρνητικό κλίμα μεταξύ των δικηγόρων, απομειώνοντας έτσι τις προοπτικές επιτυχίας του θεσμού για ταχεία, εξωδικαστική επίλυση των διαφορών». Για τους λόγους αυτούς προτείνουν μια στοχευμένη αποχή σε δίκες συμφερόντων του Δημοσίου, «που μπορεί να διαρκέσει απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, με πραγματικό αντίκτυπο στον κρατικό προϋπολογισμό».
Υπενθυμίζεται ότι για το ίδιο θέμα αντιδρούν έντονα, εκτός από τους δικηγόρους, και οι δικαστικοί λειτουργοί (βλέπε «Εφ.Συν.» 4/12/19): Σε άρθρο της το μέλος του Δ.Σ. της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, Μαργαρίτα Στενιώτη, αναφέρει ότι η αιτιολογία και μόνο της επαναφοράς αυτής της ρύθμισης θίγει άμεσα τον θεσμό της Δικαιοσύνης, δεδομένου ότι δεν αντιμετωπίζεται πια «ως μία εκ των τριών Λειτουργιών της πολιτείας, πυλώνας της Δημοκρατίας και θεματοφύλακας των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, αλλά ως “ένας πολυδάπανος δημόσιος μηχανισμός” και ένας “εισπρακτικός μηχανισμός κάλυψης του δημοσιονομικού κόστους που αυτή απαιτεί για τη λειτουργία της”».
