Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σήμερα αναμένεται η εισαγωγή στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής δύο ακόμα συναφών τροπολογιών βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ στο νομοσχέδιο για την κατάργηση των φυλακών τύπου Γ’. Η μία αφορά την κατάργηση του λεγόμενου κουκουλονόμου [«Εφ.Συν.», 4/4/2015, όπου καταγράφουμε και τις προεκλογικές θέσεις των κομμάτων περί της αναγκαιότητας κατάργησής του (πλην Ν.Δ. και Χρυσής Αυγής)].

Η άλλη τροπολογία αφορά την αυθαίρετη λήψη και χρήση DNA στα δικαστήρια χωρίς κανενός είδους αντικειμενικό ή επιστημονικό έλεγχο από την πλευρά των κατηγορουμένων αλλά και του δικαστηρίου. Μπορεί η χρήση του γενετικού υλικού να είναι διαδεδομένη στην Ε.Ε. και στις ΗΠΑ, αλλά παντού υπάρχουν αυστηρές προϋποθέσεις και έλεγχοι, ενώ πουθενά δεν ακολουθείται η «αντίθετη» τακτική που ισχύει στην Ελλάδα.

Δηλαδή, η τακτική να συλλαμβάνεται κάποιος ακόμα και τυχαία και αφού ληφθεί το γενετικό του υλικό να προσπαθεί η αστυνομία εκ των υστέρων να το συνδυάσει με κάποιο εύρημα σε χώρο όπου διαπράχτηκε ποινικό αδίκημα, ακόμα και σε κινητό αντικείμενο. Η Γνωμοδότηση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα εξάλλου, όπως και το Σύνταγμα, είναι απολύτως αντίθετα με τον τρόπο «υφαρπαγής» και χρήσης γενετικού υλικού.

Καμία γνώση

Σε χθεσινό σχόλιο της εφημερίδας «Βήμα» σημειώνεται ότι «δεν μπορεί να γίνουμε εμείς η μόνη χώρα παγκοσμίως που καταργεί τους ελέγχους DNA». Προς το παρόν όμως είμαστε η μόνη χώρα παγκοσμίως που κάνει με τέτοιον τρόπο χρήση του DNA, χωρίς ο κατηγορούμενος να μπορεί όχι μόνο να ορίσει δικό του πραγματογνώμονα αλλά ούτε και να έχει την παραμικρή γνώση και πρόσβαση στα αστυνομικά ευρήματα.

«Αντιεπιστημονική η χρήση DΝΑ ως αποδεικτικoύ στοιχείου»

«Η χρήση της ανάλυσης του βιολογικού υλικού στην Ελλάδα ως αποδεικτικού μέσου ρυθμίστηκε και εφαρμόστηκε κατά τρόπο απόλυτα επιβλαβή προς το συμφέρον του κατηγορουμένου, παραβιάζοντας ουσιωδώς το υπερασπιστικό του δικαίωμα. Με εισαγγελική εγκύκλιο προβλέφθηκε κι εφαρμόστηκε η βίαιη λήψη του βιολογικού υλικού από τον κατηγορούμενο, γεγονός που συνιστά βασανιστήριο και σοβαρή προσβολή της προσωπικότητας.

Η περαιτέρω εξέταση του δείγματος προβλέφθηκε να γίνεται κατά τρόπο απόλυτα αδιαφανή από τα εργαστήρια της Αστυνομίας κατ’ αποκλειστικότητα, χωρίς την παρουσία τεχνικού συμβούλου από τη μεριά του κατηγορουμένου και χωρίς καμία δυνατότητα ελέγχου της σχετικής διαδικασίας.

Οι σχετικές εκθέσεις ανάλυσης βιολογικού υλικού αποτέλεσαν τα τελευταία χρόνια το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο για να κινηθούν διώξεις για βαρύτατα αδικήματα στις δίκες με βάση το άρ. 187Α ΠΚ (τρομοκρατία), οδήγησαν δε σε εξοντωτικές καταδίκες κατά τρόπο αντιδικονομικό αλλά και αντιεπιστημονικό, αφού αρκεί έκθεση που καταγράφει μείγμα βιολογικών υλικών για να κριθεί η ενοχή του κατηγορουμένου.

Η δικαστική αυτή πρακτική, έτσι όπως εφαρμόστηκε από τα ελληνικά δικαστήρια, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη διεθνή δικαστική εμπειρία, η οποία θέτει κανόνες και όρους στη χρήση του DNA ως αποδεικτικού μέσου και προϋποθέτει ένα μίνιμουμ εγγυήσεων για τα δικαιώματα του κατηγορουμένου.

Ειδικότερα στις ΗΠΑ, όπου το DNA ως αποδεικτικό μέσο χρησιμοποιείται ευρέως από τις αστυνομικές και τις δικαστικές αρχές, οι διασφαλίσεις είναι ιδιαίτερα αυστηρές και κατατείνουν στην προστασία του κατηγορουμένου σε όλα τα στάδια της διαδικασίας. Εξετάζεται κατ’ αρχήν ο τρόπος εισαγωγής του πειστηρίου στην ποινική δίκη, ο τρόπος λήψης του και όλα τα στάδια της πορείας του μέχρι την εισαγωγή του στο δικαστήριο, καθώς και η επάρκειά του με βάση επιστημονικά δεδομένα.

Αν όλα αυτά κριθούν επαρκή, τότε μόνο εισάγεται και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο. Ακολουθείται δηλαδή μία διαδικασία πρωτοκόλλων, που ονομάζεται ‘‘chain of the custody’’ και η οποία, αν κριθεί ότι έχει τηρηθεί απαρέγκλιτα, επιτρέπει στο δείγμα γενετικού υλικού να εισαχθεί στη δίκη.

Εννοείται ότι ο κατηγορούμενος έχει πάντα το δικαίωμα να διορίσει τεχνικό σύμβουλο ο οποίος θα έχει πρόσβαση στο ίδιο το πειστήριο και θα μπορεί να διενεργήσει εξετάσεις σε εργαστήριο της επιλογής του, ενώ τα μείγματα βιολογικού υλικού δεν εξετάζονται και δεν αξιολογούνται, διότι δεν παρέχουν ασφαλή επιστημονικά συμπεράσματα.

Στην Ελλάδα, το μέσο αυτό χρησιμοποιήθηκε στρεβλά, αντιεπιστημονικά και πάντοτε σε βάρος του κατηγορουμένου. Η αναμόρφωση της σχετικής νομοθεσίας παρίσταται απόλυτα επιβεβλημένη, διότι η συνέχιση της χρήσης του DNA ανεξέλεγκτα προς τον σκοπό τής εν τέλει καταδίκης των κατηγορουμένων ανατρέπει και πλήττει βάναυσα το σύνολο των συνταγματικών και δικονομικών εγγυήσεων που έχουν τεθεί για την προστασία του κατηγορουμένου και οδηγεί σε δικαστικές αποφάσεις άδικες και νομικά πλημμελείς».