ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Μαρία Δήμα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι νέοι Ποινικοί Κώδικες, συλλογικό έργο πολυετούς προσπάθειας διαπρεπών νομικών και καταξιωμένων δικαστών, εισαγγελέων και δικηγόρων της χώρας, οι οποίοι δυστυχώς μετατράπηκαν σε πολιτικό επίδικο, απασχόλησαν το συνέδριο που διοργάνωσε η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων το περασμένο τριήμερο.

Η αποτίμηση από τις τοποθετήσεις των ομιλητών που στην πλειονότητά τους υπήρξαν μέλη των νομοπαρασκευαστικών επιτροπών ήταν θετική στις αλλαγές που πραγματοποιούνται στον ποινικό μας χάρτη με την αναμόρφωση του Ποινικού Κώδικα και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Στην κατάμεστη αίθουσα πολλαπλών χρήσεων του Εφετείου Αθηνών, ο πρόεδρος της ΕΔΕ Χριστόφορος Σεβαστίδης, παρουσία των υπουργού και υφυπουργού Δικαιοσύνης Κώστα Τσιάρα και Δημητρίου Κράνη, της ηγεσίας του Αρείου Πάγου, προσωπικοτήτων του νομικού κόσμου αλλά και εκατοντάδων συναδέλφων του που θέλησαν να ενημερωθούν για τις σαρωτικές αλλαγές που επήλθαν στον χώρο της Δικαιοσύνης, σκιαγράφησε τη φιλοσοφία των κωδίκων: Αν και ορισμένες διατάξεις τους φέρουν ένα ιδεολογικό-πολιτικό στίγμα, καθώς συνδέονται με τις αντιλήψεις των πολιτικών κομμάτων για τον -κατά την αστική αντίληψη- διφυή ρόλο του κράτους αφ’ ενός ως κατασταλτικού μηχανισμού και αφ’ ετέρου ως θεσμικού εγγυητή ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, ιδιαίτερα απέναντι στις καταχρήσεις της ποινικής καταστολής, τα νέα νομοθετήματα δεν μπορούν να χρωματιστούν πολιτικά, ούτε να τα οικειοποιηθεί κανένας πολιτικός χώρος. Αλλωστε «κάθε αρχή και δύσκολη. Επιστήμη σημαίνει πρόοδος».

Αναφερόμενος στη σφοδρή κριτική που δέχτηκαν πολλές διατάξεις ο εφέτης τη χαρακτήρισε φυσιολογική διαδικασία που συνοδεύει τέτοιου μεγέθους αλλαγές. Παρακολουθώντας το μέρος του συνεδρίου που ασχολήθηκε με τον νέo Ποινικό Κώδικα αναφέρουμε σημεία από ενδεικτικές τοποθετήσεις.

Στην ανάγκη των μεταρρυθμίσεων 70 χρόνια μετά οδήγησε «η σκληρή ποινική καταστολή που συνήθως λειτουργεί εκδικητικά, δεν απέφερε ποτέ σε καμία χώρα του κόσμου παρά μόνο μια επίπλαστη ασφάλεια για τον πολίτη». Ωστόσο ο Χριστόφορος Σεβαστίδης παρατήρησε ότι «δεν δικαιολογείται η ισοπεδωτική επιστημονική κριτική που ακολούθησε. Θεωρώ αδιανόητο για επιστημονικές ενώσεις να εκφράζουν συνολική άρνηση σε κάθε νομοθέτημα, χωρίς να αντιπροτείνουν λύσεις…».

Παράλληλα ο πρόεδρος της ΕΔΕ παρατήρησε ότι «η τάση που επικρατεί το τελευταίο διάστημα, συνδυασμένη με την καλλιέργεια μιας αντίληψης περί γενικευμένης ανομίας και παραβατικότητας, απαιτεί μια σκλήρυνση της ποινικής νομοθεσίας, τέτοια που ακυρώνει τις αλλαγές που έγιναν και επαναφέρει τη λογική των καταργημένων Κωδίκων και μάλιστα σε ακόμα πιο ακραία μορφή. Δεν θα πρέπει όμως να ξεφεύγει από κανέναν -πολύ περισσότερο από κρατικούς υπαλλήλους- ότι οι βασικές αρχές που διέπουν το ποινικό δίκαιο είναι ο ουμανισμός, η αρχή της αναλογικότητας, της επιείκειας και της επικουρικότητας έναντι άλλων κυρώσεων. Η σκληρή ποινική καταστολή που συνήθως δεν έχει επανορθωτικό χαρακτήρα αλλά λειτουργεί εκδικητικά, οι βαριές ποινές τις οποίες πιο παλιά θεωρούσαν αναγκαίο συστατικό του ποινικού οπλοστασίου, δεν απέφεραν ποτέ σε καμία χώρα του κόσμου και δεν πρόκειται να αποφέρουν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, παρά μόνο μια επίπλαστη ψευδαίσθηση ασφάλειας στον πολίτη. Η ποινική καταστολή δεν μπορεί να θεραπεύσει παθογένειες που έχουν βαθιά τη ρίζα τους σε κοινωνικές αιτίες. Η εφαρμογή και ερμηνεία πολλών επίμαχων διατάξεων από την ελληνική και κοινοτική νομολογία, οι πολιτικές επιλογές και κυρίως οι κοινωνικές διεργασίες και αντιλήψεις, όπως αυτές διαμορφώνονται κάθε εποχή, είναι βέβαιο ότι θα αναπροσαρμόζουν και θα μεταβάλλουν το περιεχόμενο αυτών των κανόνων δικαίου».

Γήινη δικαιοσύνη

Στη «διεύρυνση της αποφασιστικής αρμοδιότητας των δικαστηρίων βάσει του νέου Π.Κ.» αναφέρθηκε ο δικηγόρος και πρόεδρος της νομοπαρασκευαστικής επιτροπής, Χριστόφορος Αργυρόπουλος, που υπογράμμισε μεταξύ άλλων ότι, «παρ’ όλο που η διάταξη του άρθρου 47 για τους συνεργούς του εγκλήματος δημιούργησε θόρυβο κατά τη διαβούλευση με στόχευση στη δυσκολία των δικαστών, ο δικαστής που αποφασίζει αντί του νομοθέτη είναι ο μόνος που μπορεί να προσδιορίσει τον βαθμό βοήθειας στον αυτουργό της πράξης. Η επιτροπή κατέληξε ότι ο δικαστής και μόνο πρέπει να αποφασίσει για να καθορίσει την ανάλογη ποινική μεταχείριση».

Ο έγκριτος νομικός αναφέρθηκε και στην παροχή κοινωφελούς εργασίας, σημειώνοντας ότι «η αναγωγή σε κύρια ποινή ανταποκρίνεται στα ισχύοντα σε όλα τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Αποτελεί προωθητικό παράγοντα, αντί της αδράνειας της φυλακής, η αίσθηση της συμμετοχής στο κοινωνικό γίγνεσθαι».

Δεν θέλησε στην ομιλία του να εμβαθύνει στην ελαφρυντική περίσταση και στον φόβο που εκφράζεται, μήπως οδηγεί με την επανειλημμένη μείωση σε μια εξαιρετικά μικρή ποινή σε σχέση με τη βαρύτητα της πράξης.

«Το μόνο που οφείλω να παρατηρήσω -σημείωσε- είναι ότι ο κίνδυνος μείωσης της ποινής αξιολογείται από το δικαστήριο και αποφασίζεται ευσυνείδητα με περίσκεψη που πρέπει να χαρακτηρίζει κάθε δικαστική απόφαση. Δεν είναι πράγματι δέσμιος ο δικαστής σε ό,τι αφορά το μέτρο μειώσεως μέσα στο ελαφρυντικό πλαίσιο που οδηγεί η αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης, εναπόκειται στη συνείδηση του δικαστή. Ο δικαστής πάντως δεν είναι ο τιμωρός του παρελθόντος, είναι ο ανεξάρτητος και ο αμερόληπτος κριτής, οι δικαστές προσφέρουν στους συμπολίτες τους τη γήινη δικαιοσύνη».

Ανεφάρμοστη στους ισοβίτες

Ο επ. καθηγητής Νομικής ΔΠΘ και δικηγόρος Κώστας Κοσμάτος αναφέρθηκε στην κατ’ οίκον έκτιση της ποινής κατά τον νέο Ποινικό Κώδικα (Ν. 4619/2019), σημειώνοντας ότι το μέτρο είναι πρωτοποριακό όσον αφορά τους ανηλίκους που για πρώτη φορά προβλέπεται η κατ’ οίκον έκτιση, ενώ μεταλλάσσει τη μεταχείριση ασθενών κρατουμένων από πρόωρη απόλυση στην κατ’ οίκον έκτιση.

Ωστόσο ο Κώστας Κοσμάτος διευκρίνισε ότι η κατ’ οίκον έκτιση με ηλεκτρονική επιτήρηση δεν μπορεί να εφαρμοστεί στις περιπτώσεις ισοβιτών γιατί το απαγορεύει το προεδρικό διάταγμα.

«Συνεπώς, μολονότι προβλέπεται στη νέα διάταξη του άρθρου 110 Α η απόλυση υπό τον όρο τού κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση για τις περιπτώσεις που έχει επιβληθεί ποινή ισόβιας κάθειρξης (ή και περισσοτέρων ισοβίων καθείρξεων), η εφαρμογή της στην πράξη απαιτεί την τροποποίηση του Π.Δ. 62/2014 και επέκταση του μέτρου (από άποψη υποδομής) στο σύνολο των κρατουμένων», κατέληξε.