Λένε ότι η Δικαιοσύνη μοιάζει με τα φίδια, δαγκώνει μονάχα τους ξυπόλητους. Κι έτσι αν σε λένε Γερούν και δηλώνεις πλαστό πτυχίο Πανεπιστημίου, μπορεί να βρεθείς στο τιμόνι του Γιούρογκρουπ και να αποφασίζεις για τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, αν όμως σε λένε Δήμητρα, μαύρο φίδι που σε έφαγε – έστω κι αν διεκδικείς να καθαρίζεις σκάλες.
Η Δήμητρα Τσιαντάκη έγινε σύμβολο ενός καφκικού κράτους που μπορεί να κλείνει τα μάτια σε τεράστιες απάτες και καταχρήσεις σε βάρος του Δημοσίου, αλλά τα έχει ορθάνοιχτα όταν ένας άνθρωπος το «εξαπατήσει» για έναν γλίσχρο μισθό. Ωστόσο, έστω και στην ύστατη ώρα, η Δικαιοσύνη έδειξε το δίκαιο και ανθρώπινο πρόσωπό της: αποδέχτηκε ότι η παραπλανητική συμπεριφορά της κ. Τσιαντάκη εκδηλώθηκε άπαξ και όχι εξακολουθητικά και ότι δεν υπάρχει βλάβη του Δημοσίου όταν η ζημία ισοσταθμίζεται από μία ισάξια αντιπαροχή.
Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου έκανε δεκτή την εισήγηση της αντεισαγγελέα του ανώτατου δικαστηρίου, η οποία τον Μάιο είχε προτείνει να αναιρεθεί η απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας που το 2018 καταδίκαζε σε δεύτερο βαθμό την καθαρίστρια σε 10ετή κάθειρξη βάσει του νόμου περί καταχραστών του Δημοσίου.
Η κ. Τσιαντάκη το 1995 προσκόμισε ως δικαιολογητικό για τον διορισμό της ως καθαρίστρια σε Κρατικούς Παιδικούς Σταθμούς και Κρατικούς Βρεφονηπιακούς Σταθμούς πιστοποιητικό του 58ου Δημοτικού Σχολείου Πειραιά όπου την εμφάνιζε ότι δήθεν ήταν απόφοιτος της ΣΤ΄ τάξης Δημοτικού Σχολείου, ενώ είχε ολοκληρώσει μέχρι και την πέμπτη. Το 1996 διορίστηκε. Είκοσι χρόνια μετά απολύθηκε και κατηγορήθηκε για πλαστογραφία και απάτη (εν τω μεταξύ είχε πάρει και το απολυτήριο του Δημοτικού).
Τον Νοέμβριο του 2018 η κ. Τσιαντάκη βρέθηκε στις γυναικείες φυλακές της Θήβας. Κρίθηκε ένοχη για απάτη κατ’ εξακολούθηση, κατ’ επάγγελμα και κατά συνήθεια, με ιδιαίτερα μεγάλο όφελος και αντίστοιχη ζημία σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. «Οταν ερχόμουν εδώ δεν το είχα συνειδητοποιήσει ότι έμπαινα στη φυλακή» είπε τότε η κ. Τσιαντάκη.
«Δεν περίμενα ότι θα πάρει τέτοια έκταση. Τους είχα ζητήσει μια δεύτερη ευκαιρία, δεν με άκουσαν. Η φυλακή είναι σκληρή, σε χωρίζει από την οικογένειά σου, τους φίλους σου, τη ζωή σου… Το ’κανα για τα παιδιά μου, να μη ζήσουν όσα εγώ, για να γίνουν αξιοπρεπείς άνθρωποι».
Η σκληρότατη απόφαση των δικαστών προκάλεσε κοινωνικό σάλο κι ένα τεράστιο κύμα αλληλεγγύης υπερασπίστηκε τη γυναίκα, που αφέθηκε ελεύθερη προσωρινά 23 ημέρες αργότερα, αφού έλαβε αναστολή εκτέλεσης της ποινής της μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης στον Αρειο Πάγο.
Αίτηση αναίρεσης της ποινής
Η καθαρίστρια δεν σταμάτησε να αγωνίζεται μαζί με τον δικηγόρο της Θεόδωρο Θεοδωρόπουλο (που τον γνωρίζουμε από τη σημαντική συμβολή του στην ομάδα των συνηγόρων της πολιτικής αγωγής στη δίκη της Χρυσής Αυγής): έκανε αίτηση αναίρεσης της απόφασης. Η εισαγγελέας του Τμήματος του Αρείου Πάγου όπου συζητήθηκε η αίτηση αναίρεσης της ποινής της τον περασμένο Φεβρουάριο πρότεινε την απαλλαγή της. Ωστόσο οι δικαστές του Ζ΄ Ποινικού Τμήματος παρέπεμψαν το θέμα στην Ολομέλεια του ανώτατου δικαστηρίου.
Φέτος τον Μάιο η αντεισαγγελέας του ανωτάτου δικαστηρίου, Ολγα Σμυρλή, πρότεινε για την κ. Τσιαντάκη τη δεύτερη ευκαιρία που εκείνη με αγωνία επιζητούσε: υποστήριξε στον Αρειο Πάγο ότι δεν υπήρξε περιουσιακή βλάβη του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς η 53χρονη έλαβε τους μισθούς που προβλέπονταν από τον προϋπολογισμό του κράτους για την οργανική θέση που κατείχε, ενώ η παραπλανητική συμπεριφορά εκδηλώθηκε άπαξ και όχι εξακολουθητικά, άρα το αδίκημα, που αφορά απάτη κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Δημοσίου, πρέπει να παραγραφεί.
Με τη γλώσσα του νομικού κειμένου η ζωή αυτής της γυναίκας, που την οδήγησε στη νόθευση του εγγράφου, κλείνεται σε ελάχιστες λέξεις: «Η κατηγορουμένη δέχεται τις πράξεις της αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο, ότι απέκτησε δυο παιδιά με τοξικομανή σύζυγο, ο οποίος μπαινόβγαινε στις φυλακές».
«Δεν καταχράστηκα τα λεφτά»
Με τις δικές της λέξεις ωστόσο (στη Λέσχη Εργαζομένων και Νεολαίας Βόλου) αυτή η ζωή φαντάζει τόσο τρομακτική όσο ήταν:
«Παντρεύτηκα 16 χρονών και μέχρι τα 20 έκανα τα παιδιά μου. Μικρή… Μικροί και οι δυο ήμασταν… Ηταν δύσκολα… […] τότε το θεωρούσαν πολύ υποτιμητικό κάποια να δουλέψει καθαρίστρια. Εγώ όμως το θεώρησα αξιοπρεπέστατη δουλειά και έπρεπε να πάω να δουλέψω, να μεγαλώσω τα παιδιά, να μη ζήσουν αυτά που έζησα εγώ, γιατί ο άντρας μου είχε μια αναπηρία και δεν μπορούσε να προσφέρει πολλά πράγματα και έπρεπε κάτι να γίνει.
»Και έκανα αυτό που έκανα, το Ε το έκανα ΣΤ […] έπρεπε να μεγαλώσω και δύο παιδιά, δεν έκλεψα, τα δούλεψα! Δεν τα καταχράστηκα τα λεφτά! Τα χέρια μου έχουν βγάλει κάλους, ακόμα οι κάλοι δεν έχουν φύγει! Δεν πήγα να κάτσω σε καρέκλα, καθαρίστρια μπήκα, καθαρίστρια έφυγα! Παιδάκια καθάριζα! Αυτό ήταν το αδίκημά μου! Και με δικάσαν 15 χρόνια στο πρώτο δικαστήριο, στο δεύτερο [Εφετείο] 10 χρόνια κάθειρξη χωρίς αναστολή!»
Τώρα η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δέχεται ότι «δεν υπάρχει βλάβη όταν η ζημία που επήλθε από την απατηλή συμπεριφορά του εξαπατώντος ισοσταθμίζεται από μια ισάξια αντιπαροχή […] με συνέπεια να μην υφίσταται βλάβη, εκτός εάν το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ απέβλεψε στις ιδιαίτερες ικανότητες, γνώσεις και προσόντα του προσλαμβανόμενου, όπως αυτές τεκμηριώνονταν με βάση το πτυχίο».
Η Ολομέλεια αναιρεί λοιπόν την 295/2018 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Λάρισας και αναπέμπει την υπόθεση στο Ζ΄ Ποινικό Τμήμα του Αρείου Πάγου προς έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης για τους οποίους έχει επιφυλαχθεί.
