Οι δικαστικές ενώσεις έχουν προσφύγει στο ΣτΕ όχι μόνο σε ό,τι αφορούσε τον τρόπο υποβολής «πόθεν έσχες» με πλήρη καταγραφή και όλων των –εκτός τραπεζικών λογαριασμών– περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας και των δικαστικών λειτουργών και των συγγενών τους, αλλά και για τον τρόπο που συγκροτείται η 11μελής επιτροπή ελέγχου. Το πρώτο σκέλος της προσφυγής τους ήδη απορρίφθηκε (19.1.2019) με απόφαση της επιτροπής, που συνεδρίασε υπό την προεδρία της Αικ. Σακελλαροπούλου, με το σκεπτικό ότι οι δικαστές και οι εισαγγελείς, όπως και όλες οι κατηγορίες που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, οφείλουν να καταθέτουν «πόθεν έσχες» («Εφ.Συν.», 2.2.2019).
Η απόφαση επισήμαινε το γεγονός ότι εδώ και τρία χρόνια οι δικαστές δεν κατέθεταν με συνεχείς προσφυγές «πόθεν έσχες», ενώ μετά τις νέες νομοθετικές ρυθμίσεις που έλαβαν υπόψη τις παρατηρήσεις και τις αντιρρήσεις των ενώσεων, θα αποκατασταθεί επιτέλους και το αίσθημα δικαίου των πολίτων που παρακολουθούσαν τόσο καιρό τους λειτουργούς της Δικαιοσύνης να ζητούν συνεχώς εξαιρέσεις.
Οι δικαστικές ενώσεις προσέβαλαν όμως και τη δεύτερη πράξη που προβλέπει τον τρόπο συγκρότησης της 11μελούς επιτροπής ελέγχου.
Εύλογο είναι ότι και τώρα και το δεύτερο σκέλος της προσφυγής για την 11μελή επιτροπή ελέγχου θα κριθεί με τον ίδιο τρόπο και κυρίως με το ίδιο σκεπτικό περί ισονομίας, ειδικά όταν η επιτροπή αυτή αποτελείται από ανώτατους δικαστικούς, που μάλιστα, σύμφωνα με την απόφαση της 31.1.2019, «πλην του Προέδρου της Αρχής Καταπολέμησης Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, είναι πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης και απολαμβάνουν, μαζί με τα υπόλοιπα μέλη, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας».
