Με απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ανοίγει ο δρόμος για τη διεκδίκηση συντάξιμων χρόνων όσων απολύθηκαν από το Δημόσιο επειδή είχαν πετύχει τον διορισμό τους προσκομίζοντας πλαστά πιστοποιητικά.
Σύμφωνα με το ζύγι των δικαστών, πρέπει να αναγνωριστούν ως συντάξιμα τα έτη υπαλλήλου που εργάστηκε στο Δημόσιο προσφέροντας τις υπηρεσίες του επί μακρόν, ακόμα κι αν χρησιμοποίησε πλαστά πιστοποιητικά, όπως δικαιούται πλήρη σύνταξη υπάλληλος που είχε καταδικαστεί για εγκλήματα με την ίδια ή και με πολύ μεγαλύτερη ηθική απαξία από εκείνη που καταλογίζεται στον υπάλληλο που δολίως προκάλεσε ή υποβοήθησε τον παράνομο διορισμό του…
Με γνώμονα την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Συντάγματος, την αρχή της αναλογικότητας αλλά και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η απόφαση του ανώτατου δημοσιονομικού δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε λίγο πριν από την εκπνοή του 2018, ανατρέπει όχι μόνο τα μέχρι τώρα δεδομένα στην αντιμετώπιση των υπαλλήλων που διορίστηκαν στο Δημόσιο με πλαστά πιστοποιητικά και πτυχία, όπως π.χ. η καθαρίστρια στον Βόλο, αλλά και την ίδια τη νομολογία του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
Τους δικαστές του Β΄ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου απασχόλησε η περίπτωση υπαλλήλου που είχε διοριστεί με πλαστό πτυχίο και υπηρέτησε επί 17 χρόνια στο Δημόσιο ως φύλακας.
Στο διά ταύτα της απόφασής τους αποτιμούν από τη μια τα οφέλη που αποκόμισε το Δημόσιο από τις υπηρεσίες που πρόσφερε ο υπάλληλος και από την άλλη την ευθύνη του Δημοσίου καθώς σε αυτό το διάστημα δεν έκανε, ως όφειλε, έλεγχο των πιστοποιητικών του, αφού η πλαστότητα εντοπίστηκε όταν υπέβαλε αίτηση συνταξιοδότησης διότι εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος από το 1997.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου (υπ’ αριθμ. 1176/2018), την οποία δημοσίευσε το «dikastiko.gr»:
«[…] στην περίπτωση που η ανάκληση της πράξης διορισμού, ακόμη και επί υπαίτιας συμπεριφοράς του παρανόμως διορισθέντος υπαλλήλου, χωρεί μετά πάροδο μακρότατου χρόνου από τον διορισμό, πολλώ δε μάλλον σε χρονικό σημείο κατά το οποίο ο υπάλληλος έχει εξαντλήσει τον υπηρεσιακό του βίο στο Δημόσιο, έχοντας διανύσει μεγάλο μέρος του εν γένει εργασιακού του βίου και συμπληρώσει τις χρονικές προϋποθέσεις για τη θεμελίωση δικαιώματος σύνταξης από το Δημόσιο, αυτό δε έχει καθ’ όλο αυτό το χρονικό διάστημα επωφεληθεί των υπηρεσιών του, χωρίς να έχει ασκήσει τη νόμιμη ευχέρειά του να προβεί σε έλεγχο της γνησιότητας των δικαιολογητικών διορισμού, προς διασφάλιση των αρχών της αξιοκρατίας και της ισότητας κατά την πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις, η πλήρης στέρηση της σύνταξης από το Δημόσιο, που αντιστοιχεί στην de facto παρασχεθείσα αυτή υπηρεσία, παρ’ ότι αυτή δεν ανταποκρίνεται στα τυπικά προσόντα της θέσης, και της συνδεόμενης με αυτήν υγειονομικής περίθαλψης αντίκειται προς τις ανωτέρω συνταγματικές αρχές, θίγοντας τον πυρήνα ατομικών δικαιωμάτων».
Επιχειρήματα
Μάλιστα, το δικαστήριο στην απόφασή του παραθέτει ως επιχείρημα τη χορήγηση συντάξεων σε άλλους υπαλλήλους που έχουν καταδικαστεί αμετάκλητα για βαρύτατα αδικήματα:
«[…] Σε κάθε, δε, περίπτωση η επέλευση μιας τόσο καταλυτικής κυρωτικής έννομης συνέπειας στο συνταξιοδοτικό σκέλος της υπαλληλικής σχέσης, λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι ο υπάλληλος δεν δύναται για τον ίδιο ασφαλιστέο χρόνο να λάβει παροχές από το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, παραβιάζει τον πυρήνα της αρχής της αξιοπρέπειας του ανθρώπου σε συνδυασμό με την αρχή της αναλογικότητας (βλ. ενδεικτικώς και ΕλΣυνΟλομ. 6456/2015, 1817, 477/2014, με τις οποίες έγινε δεκτό ότι η οριστική απώλεια του συνταξιοδοτικού δικαιώματος λόγω αμετάκλητης ποινικής καταδίκης κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 62 του Συνταξιοδοτικού Κώδικα είναι αντίθετη στην αρχή της αναλογικότητας και στο άρθρο 1 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ και ο υπάλληλος δικαιούται πλήρη σύνταξη, παρά το γεγονός ότι είχε καταδικαστεί σε εγκλήματα με την ίδια ή και με πολύ μεγαλύτερη ηθική απαξία από εκείνη που καταλογίζεται στον υπάλληλο που δολίως προκάλεσε ή υποβοήθησε τον παράνομο διορισμό του)…
»Τέλος, η μη αναγνώριση ως συντάξιμης της διανυθείσας υπηρεσίας στο Δημόσιο λόγω ανάκλησης της πράξης διορισμού μετά πάροδο μακρότατου χρόνου από αυτόν και η εξ αυτού του λόγου μη θεμελίωση δικαιώματος σε σύνταξη αντιβαίνει και στο άρθρο 1 του ΠΠΠ ΕΣΔΑ, λαμβανομένου υπόψη ότι η για μακρότατο χρόνο de facto απασχόληση του έστω κακόπιστου υπαλλήλου, χωρίς το Δημόσιο ως εργοδότης να ασκεί την προβλεπόμενη στον νόμο ευχέρειά του για έλεγχο της γνησιότητας των δικαιολογητικών, αρμοδιότητα που εντασσόταν στη σφαίρα ευθύνης του προς διασφάλιση των αρχών της αξιοκρατίας και της ισότητας στην πρόσβαση σε δημόσια θέση, γεννά κατά το εθνικό δίκαιο αξίωση του υπαλλήλου για καταβολή αμοιβής κάποιου ύψους και για καταβολή ανάλογης προς αυτήν σύνταξης, η αξίωση δε αυτή εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο της οικείας διάταξης της ΕΣΔΑ».
Το Ελεγκτικό Συνέδριο ανέτρεψε την εφετειακή απόφαση που ήταν υπέρ του Δημοσίου, αφού το Γενικό Λογιστήριο είχε αρνηθεί να προσμετρήσει ως συντάξιμα τα χρόνια υπηρεσίας του στο δημόσιο παρότι αυτός παρείχε τις υπηρεσίες του κανονικά επί 17 χρόνια και το πτυχίο μόνο τυπικά προσμετρούνταν στην ικανότητά του να παράσχει αυτές τις υπηρεσίες.
Σύμφωνα, δε, με την απόφαση, η Διοίκηση οφείλει να εξετάσει εάν με τα έτη αυτά υπηρεσίας, λαμβανομένων υπόψιν και των αιτημάτων του εγκαλούντος για αναγνώριση ως συντάξιμου του χρόνου της στρατιωτικής του θητείας, αλλά και του χρόνου απασχόλησής του στον ιδιωτικό τομέα και ασφάλισής του στο ΙΚΑ κατά τα άρθρα 1 έως 6 του ν. 1405/1983, συμπληρώνει αυτός τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης από το Δημόσιο και σε καταφατική περίπτωση να του καταβάλει τη σύνταξη που θα δικαιούτο εάν δεν είχε προχωρήσει η ανάκληση του διορισμού του».
