Για άλλη μια φορά, τα μέλη της μειοψηφίας του διοικητικού συμβουλίου της μεγαλύτερης δικαστικής ένωσης της χώρας, της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, διαμαρτύρονται ότι η πλειοψηφία ασκεί πολιτική ερήμην τους επί σημαντικών θεσμικών θεμάτων, εκδίδοντας ανακοινώσεις που δεν τους εκπροσωπούν, όπως η τελευταία που αφορούσε το ζήτημα των προαγωγών σε θέσεις αντιπροέδρων του ανωτάτου δικαστηρίου.
Οι δικαστές της μειοψηφίας κατηγορούν το προεδρείο της Ενώσεως ότι «δεν έχει υιοθετήσει τη συλλογική δράση του Δ.Σ., αλλά λειτουργεί ως πλειοψηφούσα ομάδα» και ξεκαθαρίζουν ότι θα εκδίδουν δελτίο Τύπου «κάθε φορά που δεν θα ζητείται και δεν θα καταγράφεται η άποψή μας, ως εκλεγμένων μελών του Δ.Σ. και μάλιστα επί σημαντικών θεσμικών θεμάτων».
Τονίζουν, επίσης, ότι «η Δικαιοσύνη στη χώρα μας ήταν, είναι και θα είναι ανεξάρτητη και μέχρι σήμερα έχει συμβάλει τα μέγιστα στη διαφύλαξη των ατομικών ελευθεριών και στην κοινωνική ειρήνη, όπως αυτό προκύπτει από πλήθος δικαστικών αποφάσεων».
Στην ανακοίνωση που υπογράφουν τα μέλη του Δ.Σ. της ΕΔΕ, Μαργαρίτα Στενιώτη, εφέτης, Κωνσταντίνος Βουλγαρίδης, πρόεδρος Πρωτοδικών, και ο Γρηγόρης Κομπολίτης, ειρηνοδίκης, επισημαίνουν ότι έχουν υποχρέωση να εκθέσουν τις απόψεις τους «εκ των υστέρων, δεδομένου ότι δεν ζητήθηκαν εκ των προτέρων, όπως έπρεπε, και τις οποίες οι συνάδελφοι έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν», καθώς της πρόσφατης ανακοίνωσης του Γραφείου Τύπου της ΕΔΕ, «που αναπαρήχθη ως ανακοίνωση της Ενώσεως, ουδεμία ενημέρωσή μας προηγήθηκε και ουδέποτε ζητήθηκε η άποψή μας, αν και είμαστε εκλεγμένα μέλη του διοικητικού συμβουλίου αυτής».
Σημείο τριβής
Οι τρεις λειτουργοί της Θέμιδος, αναφερόμενοι στο ζήτημα των προαγωγών των ανώτατων δικαστικών λειτουργών στις θέσεις των προέδρου, αντιπροέδρου, εισαγγελέα κ.λπ. Ανωτάτων Δικαστηρίων, σημειώνουν ότι αυτό «αποτελεί, εδώ και δεκαετίες, σημείο τριβής και αντιπαράθεσης μεταξύ των πολιτικών κομμάτων, εξαιτίας της γνωστής συνταγματικής διάταξης.
»Για τον λόγο αυτόν, η πάγια επί του θέματος άποψή μας είναι ότι, κατ’ αρχήν, η Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων δεν χρειάζεται να παρεμβαίνει στην κομματική αυτή αντιπαράθεση και σε κάθε περίπτωση η όποια παρέμβασή της επί του θέματος θα πρέπει να βάλλει κατά αυτής της τακτικής των κομμάτων και όχι να ενισχύει μια κακώς εννοούμενη, διαχρονικά, πολιτική νοοτροπία περί “αρεστών” ή “μη αρεστών” ανώτατων δικαστικών λειτουργών.
»Η από 20-8-2018 ανακοίνωση του Γραφείου Τύπου της ΕΔΕ, κατά τον τρόπο που διατυπώθηκε, εξελήφθη από όλα τα μέσα του έντυπου και ηλεκτρονικού Τύπου ως δήλωση ομολογίας από την ίδια την Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων περί ύπαρξης “αρεστών” στην εκάστοτε κυβέρνηση (αντιστρόφως και στην εκάστοτε αντιπολίτευση) δικαστικών λειτουργών, συμπέρασμα που διατυπώθηκε ευθέως στον πρόεδρο της Ενώσεως και από δημοσιογράφο ραδιοφωνικού σταθμού σε χθεσινή συνέντευξή του».
Διάκριση εξουσιών
Μεταξύ άλλων στην ανακοίνωση των τριών μελών του Δ.Σ. της ΕΔΕ τονίζεται:
«…Θα πρέπει να αποτελεί διαρκή στόχευση για την Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων και θα συνιστούσε πραγματική τομή σε μία μελλοντική συνταγματική αναθεώρηση, πλήρως εναρμονισμένη με την αρχή της διάκρισης των εξουσιών και της ισοτιμίας αυτών, η πρόβλεψη περί κατάρτισης του Οργανισμού των Δικαστηρίων, στα ζητήματα Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών αποκλειστικά και μόνο από τη δικαστική εξουσία.
»Ο,τι συνιστά για τη νομοθετική εξουσία ο Κανονισμός, που θεσπίζεται από την Ολομέλεια αυτής και ρυθμίζει κυριαρχικά τα της εσωτερικής της λειτουργίας, συνιστά και ο Οργανισμός των Δικαστηρίων για την εσωτερική λειτουργία της Δικαιοσύνης», αναφέρεται ακόμη στην ανακοίνωση των Στενιώτη, Βουλγαρίδη και Κομπολίτη, που υπενθυμίζουν ότι «η αρχή της διάκρισης των εξουσιών δεν αποτελεί μία απλή διακήρυξη πανηγυρικού τύπου σε ένα Σύνταγμα για να δικαιολογεί την ύπαρξη κράτους Δικαίου, αλλά αποτελεί συνταγματική διάταξη με ουσιαστικό περιεχόμενο, που θεσπίζει περαιτέρω υποχρέωση της συντεταγμένης – πολιτικής εξουσίας να υλοποιεί με συγκεκριμένο τρόπο σε θεσμικό επίπεδο αυτή τη θεμελιώδη συνταγματική επιταγή».
related-articles]
