Και τρίτη αίτηση ακύρωσης για την επένδυση στο Ελληνικό Αττικής κατατέθηκε χθες στο Συμβούλιο της Επικρατείας, αυτή τη φορά από 32 κατοίκους των Δήμων Αλίμου, Βούλας, Γλυφάδας, Πειραιά και Καλλιθέας. Οι τελευταίοι προσφεύγοντες στρέφονται κατά του από 1ης Μαρτίου 2018 Προεδρικού Διατάγματος για την έγκριση του Σχεδίου Ολοκληρωμένης Ανάπτυξης (ΣΟΑ) του Μητροπολιτικού Πόλου Ελληνικού-Αγίου Κοσμά Περιφέρειας Αττικής, λέγοντας ότι έπρεπε να είχε τεθεί η «εκποίηση» της έκτασης σε δημοψήφισμα, ως εθνικό θέμα, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Συντάγματος.
Ειδικότερα, υποστηρίζουν ότι το διάταγμα αυτό είναι αντισυνταγματικό, αντίθετο στη Σύμβαση της Φλωρεντίας για την προστασία του τοπίου, όπως είναι αντίθετο και σε άλλες διεθνείς συμβάσεις, αλλά προσκρούει και στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ακόμα αναφέρουν ότι η έκταση του Ελληνικού στην ουσία ιδιωτικοποιείται και ότι έπρεπε στα αρχικά στάδια να είχε εκπονηθεί η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων.
Θυμίζουμε ότι την ακύρωση του Προεδρικού Διατάγματος με το οποίο εγκρίνεται το ΣΟΑ στο Ελληνικό ζήτησαν με άλλη προσφυγή, πριν από λίγες μέρες, οκτώ φορείς και 506 πολίτες της ευρύτερης περιοχής, που θεωρούν ότι οι σχεδιασμοί «διέπονται από τη λογική της υπέρμετρης εκμετάλλευσης του ακινήτου».
Στην πολυσέλιδη αίτησή τους προς το ΣτΕ αναφέρουν ότι η δόμηση 3,6 εκατ. τετραγωνικών και η δημιουργία ιδιωτικής πόλης 40.000 κατοίκων «παραβιάζει τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της λελογισμένης βιώσιμης ανάπτυξης, όπως ορίζεται στο άρθρο 24 του Συντάγματος». Σε σχέση με το μητροπολιτικό πάρκο επισημαίνουν ότι «συρρικνώνεται από τις επιτρεπόμενες σε αυτό χρήσεις» και σχεδιάζεται ως «περίκλειστη αυλή των υψηλών κτιρίων που θα το περιβάλλουν».
Σοβαρές αντιρρήσεις έχουν και για την επιδιωκόμενη ανάπτυξη του παράκτιου μετώπου, σημειώνοντας ότι «χάνεται ο κοινόχρηστος και κοινωφελής χαρακτήρας που οφείλει να έχει» και ότι «η ακτή εντατικοποιείται και οικοπεδοποιείται, ενώ το θαλάσσιο και παράκτιο οικοσύστημα υποβαθμίζεται». Σε σχέση με το πολιτιστικό κεφάλαιο του χώρου αναφέρουν ότι αντιμετωπίζεται ως εμπόδιο του επενδυτικού σχεδίου αντί να αποτελεί μοχλό ανάπτυξης.
«Δεν εξετάστηκαν ούτε αξιολογήθηκαν εμπεριστατωμένα οι επιπτώσεις στους ιστορικούς τόπους και αρχαιολογικούς χώρους, ούτε αναζητήθηκε η προσήκουσα μέθοδος ανάδειξής τους», αναφέρουν και υπενθυμίζουν τις αποφάσεις του Κεντρικού Αρχαιολογικού Συμβουλίου.
Στην αίτηση ακύρωσης γίνεται επίσης εκτενής αναφορά στις διαδικασίες διαβούλευσης επί της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, η οποία χαρακτηρίζεται προσχηματική.
