«Εμπλουτίζεται» καθημερινά η έρευνα της Εισαγγελίας κατά της διαφθοράς με στοιχεία που ανοίγουν το «κάδρο» των εμπλεκόμενων προσώπων στην πολύκροτη υπόθεση της Novartis.
Στοιχεία που σύμφωνα με πληροφορίες ενδυναμώνουν τις καταγγελίες για αθέμιτες πρακτικές της εταιρείας, οι οποίες στόχευαν στη μερίδα του λέοντος στην ελληνική αγορά φαρμάκου.
Σύμφωνα με δικαστικές πηγές, οι ισχυρισμοί των προστατευόμενων μαρτύρων ελέγχονται να «ταιριάζουν» χρονικά με υπουργικές αποφάσεις και χρηματικές καταβολές σε πολιτικά πρόσωπα καθώς και συγκεκριμένες αναφορές στα ημερολόγια που κατασχέθηκαν και βρίσκονται στη δικογραφία.
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν περιλαμβάνονται στη δικογραφία ηχητικά ντοκουμέντα που φέρεται να έχει στην κατοχή του το FBI, το οποίο διεξάγει παράλληλη έρευνα, ενώ, όπως υπογραμμίζουν χαρακτηριστικά οι ίδιες πηγές, «ό,τι φτάσει στη χώρα, το οποίο αφορά στοιχεία σε βάρος πολιτικών, θα πάει αμέσως στη Βουλή».
Οσονούπω οι προστατευόμενοι μάρτυρες θα κληθούν να καταθέσουν συμπληρωματικά στους εισαγγελείς κατά της διαφθοράς στο πλαίσιο της έρευνας που βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη όσον αφορά το «ξέπλυμα» (αδίκημα το οποίο συμπαρασύρει και πολιτικά πρόσωπα, καθώς είναι διαρκές), ενώ πληροφορίες αναφέρουν ότι οι τρεις μάρτυρες παρουσιάστηκαν στους διενεργούντες την έρευνα περίπου μία εβδομάδα πριν από την κατάθεσή τους, τον Οκτώβριο, και πέρασαν επιτυχώς τα ψυχολογικά τεστ, δηλαδή κρίθηκαν να έχουν «σώας τας φρένας».
Ο έλεγχος αυτός είναι εξαιρετικά αναγκαίος για την ένταξη των τριών στο καθεστώς των προστατευόμενων μαρτύρων. Μάλιστα, όπως αναφέρουν οι ίδιες πηγές, «οι μάρτυρες δεν εμφανίστηκαν στις εισαγγελικές αρχές για να μιλήσουν μόνο για τα πολιτικά πρόσωπα, αλλά συνολικά για τη φαρμακευτική εταιρεία».
Αναφέρουν δε πως σχετικά με την ένταξή τους στο πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων υπήρξε έγγραφη έγκριση του επόπτη-αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία δεν εστάλη στη Βουλή διότι περιλαμβάνει τα πραγματικά στοιχεία ταυτότητας των μαρτύρων.
Η έφοδος
Μέχρι στιγμής οι εισαγγελείς ελέγχουν ενδελεχώς στοιχεία προερχόμενα από αρχεία ηλεκτρονικών υπολογιστών που έχουν κατασχέσει από εφόδους που έχουν πραγματοποιήσει σε χώρους εμπλεκόμενων προσώπων, ενώ οι πληροφορίες αναφέρουν ότι μεγάλο μέρος των στοιχείων αλιεύτηκε από την έφοδο που είχαν κάνει οι εισαγγελείς πριν από περίπου δύο μήνες στα γραφεία της Novartis.
Τα στοιχεία αυτά διασταυρώνουν με πληροφορίες που μπορεί να προέρχονται είτε από τη δικογραφία για το ΚΕΕΛΠΝΟ είτε από την έρευνα για τα Panama Papers και άλλες λίστες.
Παράλληλα οι εισαγγελείς κατά της διαφθοράς (Ε. Τουλουπάκη, Χ. Ντζούρας και Σ. Μανώλης) αναζητούν τις ροές των χρημάτων μέσω του ανοίγματος τραπεζικών λογαριασμών σε Ελβετία και Κύπρο.
Ειδικότερα από τις ελβετικές αρχές έχει ζητηθεί το άνοιγμα λογαριασμών της Novartis στην ελβετική τράπεζα UBS, λογαριασμό για τον οποίο έχει κάνει λόγο και ένας από τους προστατευόμενους μάρτυρες.
Ακόμα, έχει αιτηθεί άνοιγμα λογαριασμού της εταιρείας τον οποίο κατά τους προστατευόμενους μάρτυρες διαχειριζόταν προσωπικά ο αντιπρόεδρος της Novartis Ελλάς Κωνσταντίνος Φρουζής μέχρι ποσού ενός εκατομμυρίου.
Πάντως, τα αιτήματα φέρεται να αφορούν και εταιρείες που εκτιμάται ότι μπορεί να λειτούργησαν σαν οχήματα μεταφοράς παράνομου χρήματος αλλά και φυσικά πρόσωπα.
Η έρευνα μέχρι στιγμής δείχνει ότι στα εκατοντάδες, ίσως και χιλιάδες, μη πολιτικά πρόσωπα περιλαμβάνονται μεγαλογιατροί, κρατικοί αξιωματούχοι, στενοί συνεργάτες πολιτικών κ.ά.
Εθεσε εαυτόν στη διάθεση των αρχών
Στα δικαστήρια της Ευελπίδων εμφανίστηκε χθες ο πρώην αντιπρόεδρος της Novartis, «κεντρικό» πρόσωπο στην υπόθεση και κατηγορούμενος για «δωροδοκία», Κων. Φρουζής, ο οποίος ζήτησε να επικυρωθεί η εισαγγελική διάταξη που του απαγορεύει την έξοδο από τη χώρα. Οπως δήλωσαν και οι δικηγόροι του, θέτει εαυτόν στη διάθεση των δικαστικών αρχών.
Ειδικότερα σε 4σέλιδο υπόμνημα που κατέθεσε στις δικαστικές αρχές, επιβεβαιώθηκε και η κατηγορία σε βάρος του όσον αφορά τη Novartis, η οποία συνίσταται στο ότι δωροδόκησε «πλήθος υπαλλήλων που εμπλέκονταν στη διαδικασία έγκρισης, τιμολόγησης, αποζημίωσης φαρμάκων και καταβολής χρεών από δημόσιους φορείς σε φαρμακευτικές εταιρείες, αλλά και προκειμένου -μεταξύ άλλων- να εξασφαλιστεί η προστασία τιμής για τα σκευάσματα που αφορούσαν την ογκολογία και τα ορφανά φαρμακεία».
Ο κατηγορούμενος στο υπόμνημα αρνείται κατηγορηματικά την αποδιδόμενη σε αυτόν κατηγορία, προσθέτοντας ότι αυτή τη στιγμή δεν είναι «σε θέση να αντικρούσω ένα προς ένα τα στοιχεία που με αφορούν, καθόσον δεν έχω λάβει γνώση της δικογραφίας. Η διαφυγή μου στο εξωτερικό όχι μόνο θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως τεκμήριο ενοχής, αλλά συγχρόνως θα μου στερούσε τη δυνατότητα να υπερασπιστώ τον εαυτό μου και να συνδράμω τη Δικαιοσύνη στο έργο της για την ανεύρεση της αλήθειας».
