Για εν ψυχρώ δολοφονία του 68χρονου ιδιοκτήτη γυμναστηρίου στην Πανόρμου, Μάκη Μαρκόπουλου, πριν από περίπου 15 μήνες, έκανε λόγο αυτόπτης μάρτυρας καταθέτοντας χθες στη δίκη με κατηγορούμενο 60χρονο συνταξιούχο αστυνομικό και πολιτευτή της Χρυσής Αυγής.
«Τον σημάδεψε και πυροβόλησε» είπε ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου η Δήμητρα Ζαροκώστα, πελάτισσα του γυμναστηρίου, υποστηρίζοντας ότι οι καβγάδες ανάμεσα στον χρυσαυγίτη και το θύμα ήταν συχνοί, καθώς ο κατηγορούμενος ζητούσε χρήματα από το θύμα και παρενοχλούσε σεξουαλικά τις πελάτισσες του γυμναστηρίου, όπως και την ίδια.
Παρόμοιες ήταν οι καταθέσεις ακόμη δύο αυτοπτών μαρτύρων, οι οποίοι άκουσαν τους πυροβολισμούς αλλά δεν είδαν το έγκλημα.
Μάλιστα ο ένας από αυτούς υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος, λίγα δευτερόλεπτα μετά τους πυροβολισμούς, πέρασε από μπροστά του περπατώντας, ήταν ψύχραιμος και τον χαιρέτησε.
Ο αδελφός του θύματος, Ηλίας Μαρκόπουλος, υποστήριξε καταθέτοντας ότι ο κατηγορούμενος ζητούσε χρήματα για προστασία από τον ιδιοκτήτη του γυμναστηρίου και χαρακτήρισε τον συνταξιούχο αστυνομικό ως τον φόβο και τον τρόμο της περιοχής, ως απάνθρωπο και προκλητικό, που δημιουργούσε επεισόδια στη γειτονιά.
«Ο αδελφός μου μου είχε πει ότι ζητούσε προμήθεια από τα κέρδη του γυμναστηρίου εν είδει προστασίας γιατί γνώριζε αστυνομικούς…».
Οπως είπε, οι δυο τους καβγάδιζαν τακτικά γιατί ο κατηγορούμενος δημιουργούσε προβλήματα στους πελάτες του γυμναστηρίου και παρενοχλούσε σεξουαλικά τις κοπέλες.
Ωστόσο, άλλη εκδοχή για τις σχέσεις μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος έδωσε καταθέτοντας στο δικαστήριο ένας από τους γείτονες των δύο ανδρών.
Οπως είπε, το θύμα «είχε κάνει μαρτύριο τη ζωή» του κατηγορούμενου καθώς τον έβριζε αισχρά.
«Τον έλεγε σύκο, πούστη, καραφλή αδελφή… Αν ο Μάκης εκείνο το απόγευμα δεν ακολουθούσε τον κατηγορούμενο, δεν θα γινόταν τίποτα», είπε ο μάρτυρας, ο οποίος ισχυρίστηκε πως το θύμα ακολούθησε τον κατηγορούμενο κρατώντας ένα ξύλο.
Υπενθυμίζεται ότι το έγκλημα έγινε τον Οκτώβριο του 2016, όταν ο 68χρονος γυμναστής έπεσε νεκρός από το υπηρεσιακό όπλο του συνταξιούχου αστυνομικού γείτονά του.
