Η «ζαρντινιέρα» έκανε κλώνους. Ετσι, μετά τον «αυτοτραυματισμό» του Κύπριου φοιτητή στη Θεσσαλονίκη, ο οποίος συνελήφθη στις 17/11/2006, φέτος στις 17/11 στην Αθήνα είδε το φως της δημοσιότητας έκθεση σύλληψης που δικαιολογούσε τα εμφανή τραύματα των συλληφθέντων ως εξής:
«Τα εν λόγω άτομα μόλις αντιλήφθηκαν ότι έχουν αποκοπεί από τα υπόλοιπα επιτιθέμενα άτομα πιάστηκαν μεταξύ τους σφιχτά και ξάπλωσαν στο οδόστρωμα και χτυπούσαν τα κεφάλια τους με δύναμη στο οδόστρωμα και φώναζαν με σκοπό να ματαιώσουν τη σύλληψή τους».
Φαίνεται ότι ο «αυτοτραυματισμός» είναι κάτι συνηθισμένο όταν πέφτει κανείς στα χέρια της αστυνομίας.
Τι να πει κανείς όμως όταν οι αστυνομικοί «αυτοτραυματίζουν» -κοινώς σακατεύουν στο ξύλο- ψυχικά πάσχοντα, έναν ευάλωτο και αβοήθητο άνθρωπο στον οποίο είχαν φορέσει και χειροπέδες;
Τι να πει όταν δύο ώρες αφότου τον οδήγησαν στο Αστυνομικό Τμήμα έφυγε με το ΕΚΑΒ σε κωματώδη κατάσταση και, όπως περιγράφει το παραπεμπτικό βούλευμα, του προκάλεσαν «πολλαπλές σωματικές κακώσεις και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση, εξαιτίας της οποίας υπέστη μεγάλη έκπτωση των νοητικών λειτουργιών, βραδυψυχισμό, μετατραυματική αμνησία, επιληπτικές κρίσεις και πλήρη αδυναμία να επιμεληθεί των υποθέσεών του»;
Ο εφιάλτης του Χρήστου Χρονόπουλου ξεκίνησε όταν ήταν 33 χρόνων, τον Μάιο του 2007 στην Καλλιθέα: τότε παρενόχλησε θαμώνες καφετέριας, ειδοποιήθηκε η αστυνομία και συνελήφθη. Αν και ψυχικά διαταραγμένος, δεν είχε πρόβλημα σωματικής υγείας, ωστόσο δύο ώρες αργότερα έδινε μάχη για τη ζωή του στην εντατική του νοσοκομείου όπου οδηγήθηκε και παρέμεινε για μισό χρόνο…
Η Δικαιοσύνη, οκτώ χρόνια μετά, το 2015, έκρινε ότι δυο αστυνομικοί είχαν ευθύνη για τον βασανισμό του πολίτη, που αντί να τύχει προστασίας όπως επιτάσσουν τα καθήκοντά τους, υπέστη άγριο ξυλοδαρμό, και τους καταδίκασε σε οκτώ χρόνια κάθειρξη με αναστολή μέχρι την έφεση που επρόκειτο να εκδικαστεί την περασμένη Τετάρτη και αναβλήθηκε για τον ερχόμενο Μάρτιο.
Πέρυσι, το Διοικητικό Δικαστήριο του επιδίκασε αποζημίωση για ηθική βλάβη που ξεπερνά τα 148.000 ευρώ.
Στη σχετική απόφαση αναφέρεται ότι «το 2007 είχε νοητική διαύγεια καίτοι με ψυχολογικά προβλήματα υπό έλεγχο, με φαρμακευτική αγωγή, ικανός για φυσιολογική κοινωνική ζωή, ενώ σήμερα, μετά το συμβάν, έχει πλήρη διανοητική υστέρηση, ανάγκη συμπαράστασης άλλου προσώπου, δεν μπορεί να ζήσει μόνος του […] βαδίζει με δυσκολία. Ενας διανοητικά καθυστερημένος που δεν θα έχει ποτέ δυνατότητα φυσιολογικής ζωής ενός νέου συνομηλίκου του…»
«Θετική η καταδίκη»
«Είμαστε εξαιρετικά ικανοποιημένοι για τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική Δικαιοσύνη αντιμετώπισε το πρωτόγνωρο αυτό θέμα του βασανισμού ενός Ελληνα πολίτη και μάλιστα ενόσω ήταν κρατούμενος, δικαιώνοντας την επιδίωξή μας για στηλίτευση τέτοιων συμπεριφορών από όργανα της Πολιτείας, οι οποίες μόνο σε ένα Κράτος Δικαίου δεν αρμόζουν. Εχουμε βάσιμη προσδοκία ότι και στον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η ελληνική Δικαιοσύνη με τον ίδιο τρόπο θα σταθεί απέναντι σε τέτοιες συμπεριφορές και θα περάσει με την απόφασή της ένα θετικό μήνυμα στην ελληνική κοινωνία», δήλωσε στην «Εφ.Συν.» ο συνήγορός του Θεόδωρος Μαντάς.
Να σημειωθεί ότι και σε αυτό το συμβάν οι ένστολοι βασανιστές έκαναν λόγο για «αυτοτραυματισμό» του κρατουμένου, ενώ παραπέμφθηκαν αφού προηγουμένως δύο δικαστικά συμβούλια εξέδιδαν απαλλακτικά βουλεύματα για τους δράστες.
Πειθαρχικά η υπόθεσή τους μετά την ΕΔΕ είχε τεθεί στο αρχείο, ενώ η ποινική δίωξη σε βάρος τους ασκήθηκε δύο χρόνια μετά το περιστατικό, έπειτα από μήνυση του δικηγόρου της οικογένειας του θύματος.
