Συζητήθηκε στον Αρειο Πάγο η αναίρεση της μονής Βατοπεδίου κατά των τριών εφετειακών αποφάσεων για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της λίμνης Βιστωνίδας και των παρόχθιων περιοχών οι οποίες είχαν εκδοθεί υπέρ του Δημοσίου. Τη μονή Βατοπεδίου εκπροσώπησαν οι δικηγόροι Μιχάλης Δημητρακόπουλος, Σπύρος Τσαντίνης και Λάμπρος Κιτσαράς, ενώ παρεμβάσεις υπέρ της πραγματοποίησαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων, το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας, η Ιερά Μονή Σινά και οι 19 μονές του Αγίου Ορους.
Οι δικηγόροι της μονής επισήμαναν ότι «η απόφαση της ανταλλαγής της λίμνης με ακίνητα του Δημοσίου, το 2008, λήφθηκε από την τότε κυβέρνηση στο πλαίσιο ενός εξώδικου συμβιβασμού, προκειμένου να λήξει ο πολυετής πόλεμος του μοναστηριού με τοπικούς παράγοντες της Θράκης και μια αντιδικία μεταξύ μονής και Δημοσίου που κρατάει 100 ολόκληρα χρόνια» και συνέχισαν: «Δεδομένου ότι ο συμβιβασμός ενέχει το στοιχείο της αμφισβήτησης του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, οι ανώτατοι δικαστές θα κρίνουν αν επρόκειτο εν τέλει περί συμβιβασμού που επιχειρήθηκε από την κυβέρνηση Καραμανλή, αλλά και κάτι ακόμη, εξαιρετικά κρίσιμο, ακόμη και για την ίδια τη Δικαιοσύνη: αν το 2008 έγινε δικαστικό πραξικόπημα».
Από την πλευρά του, το ελληνικό Δημόσιο εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Διονύσιο Χειμωνά, ο οποίος επικαλέστηκε την εισήγηση του τέως αρεοπαγίτη και νυν προέδρου του Αρείου Πάγου, Βασιλείου Πέππα (η υπόθεση συζητήθηκε μετά από αναβολή), η οποία ήταν απορριπτική ως προς όλους τους λόγους αναιρέσεως σχετικά με την κυριότητα και την ανταλλαγή των εκτάσεων της λίμνης Βιστωνίδας.
Το δικαστήριο μετά το πέρας της συζήτησης επιφυλάχθηκε να εκδώσει την απόφασή του.