«Να μένω εδώ σημαίνει να πεθαίνω αργά μέσα μου», λέει από το δωμάτιό του στην Τύνιδα, την πρωτεύουσα της Τυνησίας, ο Αντερσον, 24 χρόνων, πρόσφυγας από τη Σιέρα Λεόνε. Φοράει σακάκι και λευκό ζιβάγκο για να περνάει για πλούσιος τουρίστας ή επιχειρηματίας που επισκέπτεται τη χώρα για δουλειές. Τον περισσότερο καιρό τον περνά κλεισμένος στο διαμέρισμα. Βγαίνει κυρίως για να βρει φαγητό και για να πάει στην εκκλησία την Κυριακή, όπου κάνει δουλειές του ποδαριού. Αλλιώς, κινδυνεύει να πέσει θύμα ρατσιστικής επίθεσης ή να τον πιάσει η αστυνομία και να βρεθεί ξανά στην έρημο, στα σύνορα με την Αλγερία.
Η πρώτη φορά ήταν την άνοιξη του 2024, λίγους μήνες από τον ερχομό του στην Τυνησία. Ζούσε σε προσφυγικό καταυλισμό με σκηνές στην Τύνιδα μαζί με εκατοντάδες άλλους. Η αστυνομία έφτασε στις 3 το πρωί. Αγνόησε το διαβατήριο του Αντερσον με σφραγίδα ΟΗΕ, του πέρασε χειροπέδες στα χέρια πίσω από την πλάτη, τον χτύπησε με κλομπ και τον ανέβασε σε λεωφορείο μαζί με πολλούς άλλους. Οδήγησαν περίπου μια ώρα και τους άφησαν στη μέση της ερήμου, κοντά στα σύνορα με την Αλγερία. Ο Αντερσον κατάφερε να επιστρέψει κρυμμένος στο πορτμπαγκάζ διερχόμενου αυτοκινήτου.
Η δεύτερη φορά ήταν τον περασμένο Σεπτέμβριο και ήταν πιο δύσκολη. Για να επιστρέψουν στην Τύνιδα, χρειάστηκε να περπατήσουν μέσα στην έρημο τρεις μέρες χωρίς φαγητό και νερό, μαζί τους μια έγκυος και πολλά παιδιά. «Αν είχα χρήματα, θα προσπαθούσα να μπω σε ένα πλοίο για την Ιταλία», λέει ο Αντερσον τον Νοέμβριο στον απεσταλμένο του δανέζικου περιοδικού Foljeton. Ο δημοσιογράφος επισκέφτηκε την Τυνησία για να διαπιστώσει τα αποτελέσματα της πολιτικής που εφαρμόζει στο προσφυγικό, όντας εταίρος της Δανίας, άλλων ευρωπαϊκών κρατών και της Ε.Ε., με αποστολή να αναχαιτίζει τα σκάφη των προσφύγων που φεύγουν για την Ευρώπη.
Η Τυνησία και η Λιβύη αποτελούν σήμερα τις δύο χώρες της Αφρικής στις οποίες η Ε.Ε. εφαρμόζει την εξωτερίκευση της αποτροπής προσφύγων, με χρηματοδότηση, εξοπλισμό και εκπαίδευση των σωμάτων ασφαλείας προκειμένου να εμποδίζουν τις βάρκες των προσφύγων να αναχωρούν για την Ευρώπη. Μάλιστα, στις αρχές αυτής της εβδομάδας, το Ευρωκοινοβούλιο, με πλειοψηφία της Δεξιάς με την Ακροδεξιά και ορισμένους κεντρώους, υιοθέτησε συμφωνία για την κατάρτιση ευρωπαϊκού καταλόγου «ασφαλών χωρών καταγωγής» στον οποίο περιλαμβάνεται η Τυνησία. Αυτό σημαίνει ότι οι Τυνήσιοι πολίτες δεν θα δικαιούνται να ζητήσουν άσυλο στην Ευρώπη αλλά θα απελαύνονται στη χώρα τους, εκτός αν αποδείξουν ότι έχουν βάσιμο φόβο δίωξης ή κίνδυνο για τη ζωή και την ακεραιότητά τους.
Η ίδια συμμαχία Δεξιάς και Ακροδεξιάς στο Ευρωκοινοβούλιο πέρασε επίσης νέες διατάξεις για τις λεγόμενες «ασφαλείς τρίτες χώρες», χώρες δηλαδή που θεωρούνται ασφαλείς για να επιστρέφονται σε αυτές πρόσφυγες με καταγωγή από τρίτη χώρα, που έκαναν το λάθος να ζητήσουν άσυλο στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τον κανονισμό που υιοθέτησε το Ευρωκοινοβούλιο –μένει να υιοθετηθεί επίσης από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο–, ασφαλής τρίτη χώρα θα θεωρείται στο εξής, μεταξύ άλλων, η χώρα με την οποία υπάρχει συμφωνία της Ε.Ε. ή κράτους-μέλους της Ε.Ε. για την υποδοχή όσων ζητούν άσυλο, εκτός των ασυνόδευτων ανηλίκων.

Με δεδομένη τη συμφωνία της Ε.Ε. με την Τυνησία για την αναχαίτιση των προσφυγικών σκαφών, είναι ενδεχομένως ζήτημα χρόνου να γίνουν και συμφωνίες υποδοχής προσφύγων με τη δημιουργία εξωχώριων κέντρων υποδοχής, όπως αυτά που προσπάθησε να δημιουργήσει η Μεγάλη Βρετανία στη Ρουάντα ή η Ιταλία στην Αλβανία, αλλά σκόνταψαν στη Δικαιοσύνη, που έβαλε εμπόδια στη λειτουργία τους και κατέληξαν σε φιάσκο.
Και όμως, όπως έχει εξελιχθεί η κατάσταση με τη διολίσθηση του καθεστώτος του προέδρου Καΐς Σαγέντ στον σκληρό αντιδημοκρατικό και ξενοφοβικό αυταρχισμό, η Τυνησία δεν μπορεί να θεωρηθεί ασφαλής ούτε για πρόσφυγες και μετανάστες, ιδίως αυτούς από την υποσαχάρια Αφρική, εναντίον των οποίων το καθεστώς Καΐς έχει εξαπολύσει πογκρόμ, ούτε για Τυνήσιους, καθώς γίνονται διώξεις εναντίον μελών της αντιπολίτευσης και δημοσιογράφων.
Τον Φεβρουάριο του 2023, ο πρόεδρος Καΐς Σαγέντ, μιλώντας σε συνεδρίαση του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας, έκανε λόγο για «ορδές παράτυπων μεταναστών» που αποτελούν μέρος «ενός εγκληματικού σχεδίου να αλλάξει η δημογραφική σύνθεση της Τυνησίας και να γίνει άλλη μια αφρικανική χώρα που δεν ανήκει πια στα αραβικά και ισλαμικά έθνη» – η ξενοφοβία σε κάθε χώρα ανακαλύπτει τη δική της συνωμοσιολογική θεωρία αντικατάστασης. Ακολούθησε πογκρόμ κατά μαύρων μεταναστών με αύξηση των ρατσιστικών επιθέσεων στους δρόμους και στα σπίτια και με αυθαίρετες συλλήψεις και απελάσεις στη Λιβύη και στην Αλγερία.
Κόλαση για 100.000 άτομα

Ενώ προηγουμένως οι πρόσφυγες και οι μετανάστες μπορούσαν να εργαστούν και να σπουδάσουν, σήμερα ζουν χωρίς πρόσβαση σε εργασία και εκπαίδευση, δεκάδες χιλιάδες σε καταυλισμούς με σκηνές στην Τύνιδα και στους ελαιώνες κοντά στο λιμάνι της Σφαξ, της δεύτερης σε πληθυσμό πόλης, με περιορισμένη πρόσβαση σε τρόφιμα και φάρμακα. Η εφημερίδα Guardian κατέγραψε ότι στην πόλη Ελ Αμρα, βόρεια από το Σφαξ, ζουν περικυκλωμένοι από την αστυνομία περισσότεροι από 100.000 πρόσφυγες και μετανάστες σε συνθήκες που χαρακτηρίζονται «φρικτές», χωρίς να έχουν πρόσβαση εκεί ανθρωπιστικές οργανώσεις ή η Υπατη Αρμοστεία.
Το 2023, τη χρονιά του ξενοφοβικού πογκρόμ, τριπλασιάστηκε ο αριθμός όσων έφυγαν από την Τυνησία με προορισμό την Ιταλία μέσω της κεντρικής Μεσογείου, μιας από τις πιο επικίνδυνες προσφυγικές διαδρομές παγκοσμίως. Η Τυνησία ξεπέρασε τη Λιβύη εκείνη τη χρονιά: σύμφωνα με στοιχεία της Frontex, το 2023 καταγράφηκαν 75.000 αφίξεις από την Τυνησία, περίπου το 62% από τις 150.000 αφίξεις εκείνης της χρονιάς από τη βόρεια Αφρική, ποσοστό που τους καλοκαιρινούς μήνες έφτασε το 87%.
Εγγυήσεις
Η ξενοφοβική πολιτική του Σαγέντ αποτελεί μέρος του ευρύτερου αντιδημοκρατικού σχεδίου αυταρχικής διακυβέρνησης που εκδηλώθηκε το 2021, δύο χρόνια μετά την εκλογή του. Κήρυξε καθεστώς έκτακτης ανάγκης, απέπεμψε τον πρωθυπουργό, διέλυσε το Κοινοβούλιο, πρότεινε νέο Σύνταγμα, αφαίρεσε ελευθερίες και δικαιώματα και κατάργησε εξουσίες και εγγυήσεις της ανεξάρτητης Δικαιοσύνης. Στοχοποίησε οργανώσεις με την κατηγορία ότι «χρηματοδοτούνται από το εξωτερικό» και ξεκίνησε ποινικές διώξεις εναντίον των πολιτικών αντιπάλων του, φυλακίζοντας στελέχη της αντιπολίτευσης, επιχειρηματίες και δικηγόρους, κατηγορώντας τους για συνωμοσία κατά του κράτους, με στοιχεία που θεωρούνται από οργανώσεις δικαιωμάτων κατασκευασμένα, ενώ κατέστειλε την ελευθερία της έκφρασης, εξαπολύοντας διώξεις εναντίον των επικριτών του για προσβολή θεσμών και για διασπορά ψευδών ειδήσεων.
Η αντιδημοκρατική εκτροπή και η οικονομική κατάσταση της Τυνησίας έχουν οδηγήσει σε μαζικές διαδηλώσεις κατά του Σαγέντ, αλλά κάθε άλλο παρά εμπόδισαν την Ευρώπη να συνεργαστεί μαζί του. Αντιθέτως, όσο διολισθαίνει πιο βαθιά στον αυταρχισμό το καθεστώς Σαγέντ τόσο ενισχύεται η συνεργασία της Ευρώπης. Ο Σαγέντ επανεκλέχθηκε με ποσοστό 89% σε προεδρικές εκλογές-παρωδία τον Οκτώβριο του 2024 με μόνο δύο αντιπάλους, ο ένας στη φυλακή, με πέντε κόμματα της αντιπολίτευσης να καλούν σε αποχή και με τη συμμετοχή να περιορίζεται σε περίπου 28% του εκλογικού σώματος.
Η Ευρώπη όμως προτιμά να αποστρέφει το βλέμμα από το έγκλημα. Ηδη από το 2020, ο τότε Αυστριακός υπουργός Εσωτερικών Καρλ Νεχάμερ και μετέπειτα καγκελάριος δήλωνε ότι «τα σύνορα της Τυνησίας είναι επίσης τα σύνορα της Αυστρίας όσον αφορά την αποφυγή της παράνομης μετανάστευσης» και εξήγγειλε οικονομική ενίσχυση του συνοριακού ελέγχου της Τυνησίας. Τον Νοέμβριο του 2023, η Αυστρία και η Δανία, δύο ευρωπαϊκά κράτη που αποτελούν την εμπροσθοφυλακή των πιο σκληρών αντιπροσφυγικών και αντιμεταναστευτικών πολιτικών, εγκαινίασαν κέντρο εκπαίδευσης για Τυνήσιους συνοροφύλακες στη νότια Τυνησία. Το κέντρο λειτουργεί υπό την αρμοδιότητα του υπουργείου Εσωτερικών της Τυνησίας, αλλά το έχουν χρηματοδοτήσει με περίπου 3.480.000 ευρώ η Δανία και με περίπου 940.000 ευρώ η Αυστρία.
Το έργο υλοποιεί ο αυστριακός οργανισμός ICMPD (Διεθνές Κέντρο Μετανάστευσης και Ανάπτυξης Πολιτικής), που λέει ότι εκπαιδεύει τους συνοροφύλακες στην οδήγηση στην έρημο και σε αεροπορικές επιχειρήσεις, ενώ προμηθεύει και θέτει σε εφαρμογή την τεχνολογία ραντάρ για την αναχαίτιση των προσφύγων. Το ΙCMPD ιδρύθηκε από την Αυστρία και την Ελβετία το 1993 μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου με σκοπό τον έλεγχο της μετανάστευσης από τους πολέμους στα Βαλκάνια.
Σήμερα αποτελεί περιστρεφόμενη πόρτα για πολιτικούς που έχουν διακριθεί για την ξενοφοβία τους: γενικός διευθυντής ήταν για δέκα χρόνια ο πρώην αντικαγκελάριος της Αυστρίας και ηγέτης του υπερσυντηρητικού ÖVP, Μάικλ Σπίντλεγκερ, ενώ τον διαδέχεται η Σούζαν Ράαμπ του ίδιου κόμματος, πρώην υπουργός Ενταξης, που έχει γίνει γνωστή μεταξύ άλλων για τη δημοσίευση «χάρτη του Ισλάμ» με τζαμιά και μουσουλμανικές ενώσεις στην Αυστρία. Ο οργανισμός, που συμβούλευε την Ε.Ε. και ευρωπαϊκά κράτη σε θέματα μετανάστευσης, σήμερα αποτελείται από 21 κράτη-μέλη, έχει περισσότερους από 500.000 υπαλλήλους και έργα σε 90 χώρες, μεταξύ των οποίων αυτές της βόρειας Αφρικής.
Τον Ιούλιο του 2023, η Ε.Ε. υπέγραψε συμφωνία με την Τυνησία, η οποία προβλέπει χρηματοδότηση 105 εκατομμύρια ευρώ προς το Λιμενικό της Τυνησίας προκειμένου να αναχαιτίζει τις βάρκες των προσφύγων. Η πρωθυπουργός της Ιταλίας, Τζόρτζια Μελόνι, η οποία επιδίωξε σθεναρά τη συμφωνία, δήλωνε ότι η συνεργασία με την Τυνησία «αποτελεί υπόδειγμα για νέες σχέσεις συνεργασίας με τους γείτονες της Βόρειας Αφρικής» και διοργάνωνε στη Ρώμη διεθνή διάσκεψη στην οποία «ο Τυνήσιος πρόεδρος Σαγιέντ θα είναι ένας από τους πρωταγωνιστές», όπως έλεγε.
Επιπτώσεις
Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαρακτηρίζει επιτυχημένη τη συνεργασία με την Τυνησία, επειδή ο αριθμός των αφίξεων από τις ακτές της Τυνησίας το 2024 μειώθηκε περισσότερο από το μισό σε σχέση με το 2023. Η Αχλάμ Τσεμλαλί, ερευνήτρια μετανάστευσης και συνοριακών πολιτικών στο δανέζικο Πανεπιστήμιο του Aλμποργκ, πιστεύει ότι ο χαρακτηρισμός της συμφωνίας σαν επιτυχία παραβλέπει τις βίαιες επιπτώσεις της: «Μήπως φτάνουν λιγότεροι, αλλά πεθαίνουν περισσότεροι και εγκλωβίζονται περισσότεροι σαπίζοντας σε αυτές τις ζώνες διέλευσης; Αν δούμε την ευρύτερη εικόνα, δεν μπορούμε να μιλάμε για επιτυχία», λέει. Σημειώνει επίσης ότι η μείωση των αφίξεων από την Τυνησία συμπίπτει με την αύξηση των αφίξεων από άλλες χώρες της βόρειας Αφρικής. Οι αναχαιτίσεις στην Τυνησία δεν σημαίνουν αναγκαστικά λιγότερες αφίξεις στην Ευρώπη, μπορεί απλά να σημαίνουν ότι φεύγουν σε άλλες χώρες.
Ερευνα της ομάδας Lighthouse Reports και άλλων οκτώ ευρωπαϊκών και διεθνών Μέσων αποκάλυψε ότι, παρά τους ισχυρισμούς της Ε.Ε., η Ευρώπη εν γνώσει της χρηματοδοτεί και σε ορισμένες περιπτώσεις συμμετέχει ευθέως σε συστηματική διοικητική κράτηση και απελάσεις με βάση φυλετικές διακρίσεις εναντίον των κοινοτήτων των μαύρων στην Τυνησία, στο Μαρόκο και στη Μαυριτανία.
Ο αργός θάνατος του εγκλωβισμού στη βόρεια Αφρική
Αναλυτική έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για την κατάσταση στην Τυνησία σημειώνει ότι σχεδόν κάθε αναχαίτιση βάρκας συνοδεύεται συστηματικά από μαζικές απελάσεις και ότι η συμφωνία με την Ε.Ε. δεν περιέχει αποτελεσματικές εγγυήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, ενώ έγινε σε μια περίοδο που η χώρα επιτίθεται στα ανθρώπινα δικαιώματα. «Η συμφωνία έχει οδηγήσει περισσότεροι άνθρωποι […] να παγιδεύονται και να εγκλωβίζονται σε μια χώρα όπου εκτίθενται σε εκτεταμένες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και κακοποίηση. […] Η συνεχιζόμενη συνεργασία Ε.Ε. και Τυνησίας στον έλεγχο της μετανάστευσης περιλαμβάνει την παροχή υποστήριξης σε αρχές ασφαλείας που διαπράττουν σοβαρές παραβιάσεις, όπως έχει συμβεί με τη συνεργασία της Ε.Ε. με τη Λιβύη. […] Η Ε.Ε. επιδεικνύει άλλη μια φορά την αποτυχία της να μάθει από τα λάθη της στη Λιβύη, ενώ οι πρόσφυγες και οι μετανάστες και στις δύο χώρες, ιδίως οι μαύροι, πληρώνουν τρομερό τίμημα».
Επικριτές
Ο Ρομντάνι Μπεν Αμορ, εκπρόσωπος της τυνησιακής οργάνωσης δικαιωμάτων FTDES (Tυνησιακό Φόρουμ για τα Οκονομικά και Κοινωνικά Δικαιώματα – Forum Tunisien pour les Droits Economiques et Sociaux), καλούσε πρόσφατα με δηλώσεις του στον δανέζικό Τύπο την Ε.Ε. και τη Δανία να σταματήσουν τις συμφωνίες με την Τυνησία. «Δεν μπορείς να μιλάς για σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μια εποχή που διώκονται οι επικριτές του καθεστώτος και παραβιάζονται τα δικαιώματα των προσφύγων και μεταναστών», έλεγε.
Σήμερα το FTDES έχει απαγορευτεί στην Τυνησία καθώς οι Αρχές εξαπέλυσαν τον Μάιο του 2024 πρωτοφανείς διώξεις κατά οργανώσεων και ακτιβιστών. Μέλη 12 οργανώσεων συνελήφθησαν και τουλάχιστον οκτώ υπερασπιστές δικαιωμάτων προφυλακίστηκαν αυθαίρετα. Ανάμεσά τους ο 81χρονος ιδρυτής του Τυνησιακού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες Μουσταφά Τζεμλαλί, ο οποίος έμεινε ενάμιση χρόνο στη φυλακή με την κατηγορία ότι συνέλαβε και υλοποίησε πρόγραμμα στέγασης μεταναστών σε ξενοδοχεία.
Το Fojeton συνάντησε τον Δανό δημοσιογράφο Γιάκομπ Πλάσκε, που συνελήφθη τον Μάιο του 2024 στο Σφαξ, καθώς μιλούσε σε μαύρο μετανάστη κατά τη διάρκεια ρεπορτάζ για την έλλειψη πρόσβασης μεταναστριών στο νοσοκομείο της πόλης. Ο Πλάσκε οδηγήθηκε σε ανάκριση και αφέθηκε ελεύθερος χωρίς να του απαγγελθούν κατηγορίες, ανακάλυψε όμως, όταν προσπάθησε να γυρίσει στη Δανία μετά από μερικούς μήνες, ότι του επιβλήθηκε απαγόρευση εξόδου από την Τυνησία. Μπόρεσε να φύγει τον Δεκέμβιο του 2024 με παρέμβαση του υπουργού Εξωτερικών της Δανίας στον Τυνήσιο ομόλογό του. «Είναι πρόβλημα για την ελευθερία του Τύπου στην Ευρώπη όταν οι χρηματοδοτούμενες από την Ευρώπη δυνάμεις ασφαλείας της Τυνησίας έχουν την ευκαιρία να διώκουν πολιτικά δημοσιογράφους όταν προσπαθούμε να ερευνήσουμε για ποιο σκοπό δαπανώνται τα ευρωπαϊκά χρήματα», λέει ο Πλάσκε.
Το μόνο όμως που καταφέρνει η Ε.Ε. στην Τυνησία είναι να δημιουργήσει ένα καζάνι που βράζει και που αργά ή γρήγορα θα εκραγεί. Οι ξενοφοβικές πολιτικές που εφαρμόζει τη Τυνησία με τη συνενοχή και τη σύμπραξη της Ευρώπης κάνουν τη διαφυγή στην Ευρώπη τη μόνη βιώσιμη διέξοδο απέναντι στον αργό θάνατο του εγκλωβισμού στη βόρεια Αφρική ή την ήττα της επιστροφής στην οδυνηρή και συχνά φονική πραγματικότητα της αρχικής χώρας προέλευσης.
Ο Αντερσον διηγείται πώς δούλευε στα ορυχεία διαμαντιών στη Σιέρα Λεόνε, ζώντας μια σκληρή πραγματικότητα παιδικής εργασίας και οικολογικής καταστροφής, και πώς αναγκάστηκε να φύγει πρώτα στη γειτονική Γουινέα, στη συνέχεια στο Μάλι, που μαστίζεται από τον πόλεμο, στη συνέχεια στην Αλγερία, όπου δούλεψε σε εργοτάξιο αλλά αντιμετώπισε την πραγματικότητα της βίας στους δρόμους, φτάνοντας τελικά στην Τυνησία. «Είναι καλύτερα να πεθάνω στην έρημο ή στο νερό. Τότε θα ξέρω ότι τουλάχιστον το προσπάθησα. Γιατί αυτό που σε σκοτώνει αργά μέσα σου είναι πιο επικίνδυνο από τον ίδιο τον θάνατο. Σκοτώνει το μέλλον σου, την ελπίδα σου, τα όνειρά σου. Σκοτώνει τα πάντα. Δεν έχεις οικογένεια, ούτε φίλους, ούτε κανέναν να μιλήσεις», λέει.
Η θανάσιμη συνεργασία Ελλάδας και Ιταλίας με τη Λιβύη
Την ίδια περιφρόνηση για τις παραβιάσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων και την αντιδημοκρατική εξουσία που ασκεί ο πρόεδρος της Τυνησίας την επιδεικνύει η Ε.Ε. προς τα καθεστώτα της ανατολικής και της δυτικής Λιβύης, με τα οποία συνεργάζεται ευθέως η Ιταλία και η Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι τη στιγμή που ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου Θάνος Πλεύρης αναγνωρίζει δημοσίως ότι δεν είναι η Λιβύη «ασφαλής τρίτη χώρα» για τους πρόσφυγες, και άρα δεν νοείται να επιστρέφονται στη Λιβύη πρόσφυγες και μετανάστες, την ίδια ώρα η ελληνική κυβέρνηση χρηματοδοτεί τον Διεθνή Οργανισμό Μετανάστευσης με 800 χιλιάδες ευρώ για να κάνει οικειοθελείς επιστροφές προσφύγων από το Τομπρούκ της Λιβύης, ενώ βρίσκεται σε συζητήσεις σε προχωρημένο στάδιο με το καθεστώς της δυτικής Λιβύης, σε αρχικό με το καθεστώς της ανατολικής, για μέτρα που θα αναχαιτίζουν τους πρόσφυγες που προσπαθούν να ξεφύγουν από όσα αντιμετωπίζουν εκεί.
Οπως αποκάλυψε το καλοκαίρι το πρακτορείο Reuters, αξιωματικοί του Λιμενικού της ανατολικής Λιβύης εκπαιδεύονται στην Κρήτη σε περιπολίες και επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης σε συναντήσεις του με αξιωματούχους της ανατολικής και της δυτικής Λιβύης φροντίζει να επισημαίνει ότι θα συνεχιστεί το πρόγραμμα εκπαίδευσης αξιωματικών του Λιμενικού και των δύο περιοχών, επισημαίνοντας «τη σημασία του ελέγχου των μεταναστευτικών ροών από τη Λιβύη προς την Ελλάδα» και τονίζοντας ότι «είναι ζωτικής σημασίας να μην παγιωθεί μια νέα μεταναστευτική οδός στην Ανατολική Μεσόγειο».

Σε συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.» τον περασμένο Ιούνιο, ο διασώστης Ιάσονας Αποστολόπουλος, με μεγάλη εμπειρία σε επιχειρήσεις διάσωσης στην κεντρική Μεσόγειο προσφύγων που φεύγουν από τη Λιβύη, σημείωνε για όσα αντιμετωπίζουν οι πρόσφυγες στα χέρια των λιβυκών Αρχών, τις οποίες ενισχύει η ελληνική κυβέρνηση όπως και η ιταλική: «Η κατάσταση είναι τραγική όπως τα τελευταία 10 χρόνια. Οι περισσότεροι πρόσφυγες πέφτουν θύμα ενόπλων πολιτοφυλακών που τους απάγουν και τους βασανίζουν για να αποσπάσουν χρήματα από τις οικογένειές τους. Υπάρχουν κανονικά σκλαβοπάζαρα. Οι περισσότεροι που διασώζουμε έχουν τραύματα από βασανιστήρια, έχουν πουληθεί σκλάβοι 2-3 φορές στα κέντρα της Λιβύης και οι περισσότερες γυναίκες έχουν κακοποιηθεί πολλαπλώς σεξουαλικά στη Λιβύη. Αυτός είναι και ο λόγος που πολλές φορές προτιμούν να βουτήξουν στο νερό, παρά να επιστρέψουν στη Λιβύη, όπως έγινε και τώρα στη διάσωση με το “Μάντλιν”. Ενα τέτοιο περιστατικό βιώσαμε εμείς στις 4 Απριλίου 2024, όταν ένοπλες λιβυκές ομάδες άνοιξαν πυρ και μας επιτέθηκαν για να σταματήσουν τη διάσωση και να επιστρέψουν τους πρόσφυγες στη Λιβύη. Πάνω στο σκάφος των Λίβυων είδαμε δεκάδες αιχμάλωτους από προηγούμενα περιστατικά, στα γόνατα με το κεφάλι κάτω, τους σημάδευαν με όπλα και τους χτυπούσαν με ρόπαλα. Κι όμως, κάποιοι βούτηξαν στο νερό να γλιτώσουν, αψηφώντας τις σφαίρες. Ο ζήλος των Λίβυων οφείλεται στις συμφωνίες με την Ιταλία και την Ε.Ε. για το μπλοκάρισμα της μετανάστευσης».

*Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο οποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν: Emma Louise Stenholm, Claes T. Sorensen (Foljeton-Δανία), Johannes Pucher (Der Standard – Aυστρία), Alberto Magnani (Il Sole 24 Ore – Ιταλία)
