«Ποιος ήταν ο Μαρδοχαίος Φριζής;» «Ποια ήταν η Ασπασία Μάνου;» «Πόσοι είναι οι κοσμήτορες και οι γραμματείς του προεδρείου της Βουλής;» Οι απίθανες αυτές ερωτήσεις γνώσεων δεν είναι οι τελευταίες και κρίσιμες σε κάποιο τηλεπαιχνίδι που μπορούν να εξασφαλίσουν στον διαγωνιζόμενο έπαθλο πολλών χιλιάδων ευρώ. Αντίθετα, είναι ερωτήσεις που μπορούν να κρίνουν το μέλλον ολόκληρων οικογενειών οι οποίες ζουν επί χρόνια στην Ελλάδα και παλεύουν να κερδίσουν μαζί με τον επιούσιο και την ελληνική υπηκοότητα.
Ο λόγος για πρόσφυγες και μετανάστες που στο αποκορύφωμα των δυσκολιών νομιμοποίησης και ουσιαστικής ένταξης στην ελληνική κοινωνία καλούνται να αποστηθίσουν 964 σελίδες γνώσης της ελληνικής ιστορίας, γεωγραφίας και άλλων κρίσιμων τομέων και να απαντήσουν σε 500 εξειδικευμένες (συχνά εξεζητημένες) ερωτήσεις, ώστε να πετύχουν τον στόχο τους.
Αυτό το χαρακτηριστικό παράδειγμα του βαθμού δυσκολίας που έχει ο μέσος πρόσφυγας και μετανάστης στη χώρα μας για να γίνει επίσημα αποδεκτός ως ισότιμο μέλος είναι μόνο το κερασάκι σε μια κοινωνική και πολιτική τούρτα γεμάτη παγίδες και δυσκολίες. «Σαν συνολική αποτίμηση το ελληνικό καθεστώς μετανάστευσης χρειάζεται επειγόντως ένα Control+Alt+Delete. Να κάνει, δηλαδή, επανεκκίνηση με όσο μεγαλύτερες συναινέσεις και όσο γίνεται λιγότερες ιδεοληψίες. Ο συνδυασμός της αδράνειας με τη μονοδιάστατη έμφαση στο δόγμα της αποτροπής δεν είναι μόνο εστία απαξίωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, αλλά ζωτικό πρόβλημα για την κοινωνική συνοχή στη χώρα» αναφέρει χαρακτηριστικά ο Δ. Χριστόπουλος, καθηγητής Πολιτειολογίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης & Ιστορίας του Παντείου και ένας εκ των δύο ερευνητών που για λογαριασμό του οργανισμού «διαΝΕΟσις» μελετούν και προτείνουν λύσεις για την ομαλή ένταξη των προσφυγικών και μεταναστευτικών πληθυσμών.
Οι δύο νέες δημοσιεύσεις του οργανισμού είναι αφενός ένα κείμενο πολιτικής του ερευνητή στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών (ΕΚΚΕ), Αγγελου Τραμουντάνη, το οποίο εξετάζει τις ελληνικές πολιτικές ένταξης σε τέσσερις σημαντικούς τομείς: στην αγορά εργασίας, στην απόδοση ιθαγένειας, στην εκπαίδευση και στη συμμετοχή στα κοινά τα τελευταία 15 χρόνια αποτυπώνοντας τη σημερινή εικόνα, ενώ παραθέτει και παραδείγματα από άλλες χώρες καθώς και προτάσεις πολιτικής και αφετέρου το κείμενο του καθηγητή Δημήτρη Χριστόπουλου που περιγράφει το ελληνικό μεταναστευτικό καθεστώς από τη δεκαετία του 1990 έως σήμερα. Με κριτικό βλέμμα σχολιάζει και αναδεικνύει το νομικό, πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο των πολιτικών ένταξης και τα πολλά κενά όλες αυτές τις δεκαετίες, αλλά και προσπάθειες που έμειναν ημιτελείς.
«Οι άνθρωποι που μπαίνουν στη χώρα πρέπει με κάποιον τρόπο να μπουν σε μια τροχιά κοινωνικής συμπερίληψης, διότι αυτό επιτάσσει η κοινωνική συνοχή, η δημόσια υγεία, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και λοιπά ζωτικά αγαθά. […]. Αυτό το μήνυμα θα σήμαινε ενεργές δημόσιες πολιτικές ένταξης, όπως υποχρεωτικά ενισχυτικά μαθήματα ελληνομάθειας για ανηλίκους και ενηλίκους, διά βίου εκπαίδευση, αρωγή για την είσοδο σε μια κατακερματισμένη αγορά εργασίας» επισημαίνει ο Δ. Χριστόπουλος για την ανάγκη ενσωμάτωσης των προσφύγων και μεταναστών.
Σαράντα χρόνια όμως μετά την έναρξη των μεταναστευτικών ροών η ελληνική πολιτεία ακόμα φαίνεται να ψάχνει τον βηματισμό της. Χαρακτηριστικό είναι ότι μόλις το 2001 ψηφίζονται οι πρώτοι νόμοι για τη ρύθμιση της μετανάστευσης, οι οποίοι λαμβάνουν υπόψη την παράμετρο της ένταξης, π.χ. ο Ν. 3386/2005. Από τότε, με πιο σημαντικούς σταθμούς την οικονομική κρίση του 2008 και την προσφυγική του 2015, ελάχιστα έχουν γίνει.
Αποτέλεσμα, η επίδοση της Ελλάδας στον δείκτη για τις πολιτικές ένταξης μεταναστών MIPEX (ο Δείκτης Πολιτικής Ενταξης Μεταναστών-MIPEX είναι ένα μοναδικό εργαλείο που μετρά τις πολιτικές για την ένταξη των μεταναστών σε χώρες σε έξι ηπείρους, συμπεριλαμβανομένων όλων των κρατών-μελών της Ε.Ε. και του Ηνωμένου Βασιλείου) να είναι 46/100, χαμηλότερα από τον μέσο όρο των χωρών της Ε.Ε. (49) και του ΟΟΣΑ (56). Η βαθμολογία αυτή είναι παρόμοια με της Μάλτας, πιο αδύναμη από αυτές της Ιταλίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας και ελαφρώς ανώτερη από της Κύπρου και της Τουρκίας.
Και όμως, η ομαλή και ισότιμη ένταξη των προσφύγων και μεταναστών στην οικονομική, κοινωνική και πολιτική ζωή του τόπου μπορεί να έχει θετικά αποτελέσματα, όπως έχει αποδειχτεί, σε πολλούς τομείς με κυριότερο το πεδίο της οικονομίας αφού εκεί κυρίως συμμετέχουν. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι μετανάστες καλύπτουν σημαντικές ελλείψεις εργατικού δυναμικού στη γεωργία, στις κατασκευές, στον τουρισμό και σε άλλους τομείς, περιορίζουν ελλείψεις δεξιοτήτων στην αγορά και στηρίζουν πολλούς τομείς ώστε να αντεπεξέλθουν στην πίεση του ανταγωνισμού. Η συμμετοχή μεταναστών στην οικονομική δραστηριότητα πριν από την οικονομική κρίση εκτιμάται ότι οδήγησε σε αύξηση του ΑΕΠ μεταξύ 2,3% και 2,8% και σε μείωση του πληθωρισμού κατά 2%.
Πολλές μελέτες επιβεβαιώνουν ότι οι μετανάστες λειτουργούν συμπληρωματικά με τους γηγενείς εργαζόμενους. Παράλληλα όμως οι μετανάστες συχνά εργάζονται σε καθεστώς επισφάλειας ή εκμετάλλευσης, με χαμηλούς μισθούς, γεγονός που εκτιμάται ότι επιβράδυνε τη βελτίωση στην παραγωγικότητα των επιχειρήσεων, υποκαθιστώντας σε κάποιο βαθμό π.χ. τις επενδύσεις σε σύγχρονο εξοπλισμό. Μέχρι το 2008 το ποσοστό ανεργίας των μεταναστών στη χώρα ήταν σταθερά χαμηλότερο από το αντίστοιχο των γηγενών. Μετά το 2009 η εικόνα είναι αντίστροφη. Το 2013 το ποσοστό ανεργίας των γηγενών ήταν 26,7%, ενώ των αλλοδαπών 40%.
Το διάστημα 2010-2015 περίπου 250.000 μετανάστες αποχώρησαν από τη χώρα λόγω της οικονομικής κρίσης, ωστόσο οι πρόσφυγες που φτάνουν στη χώρα μετά το 2015 και θέλουν να εργαστούν αντιμετωπίζουν πολλά διοικητικά εμπόδια.
Εξίσου απογοητευτική είναι η εικόνα σε τομείς όπως η απόδοση ιθαγένειας, αφού από το 2017 καταγράφεται μια απότομη πτώση στις αποφάσεις απόδοσης αυτής, στη συμμετοχή κυρίως των παιδιών αλλά και των ενηλίκων στην εκπαιδευτική διαδικασία και στη συμμετοχή στα κοινά.
